Η δοκιμή του μεγάλου XTZ μου δημιούργησε ερωτηματικά για τη μεθοδολογία και την παρουσίαση των μετρήσεων. Παίρνω τα διαγράμματα με τη σειρά, αλλά δεν τα παραθέτω online διότι το φόρουμ έχει περιορισμό 4 εικόνων (?!) ανά μήνυμα. Έτσι θα δίνω μόνο τα λινκ.

Τα δύο πρώτα διαγράμματα:
http://www.avmentor.gr/reviews/lab/x...hoic_ls1_2.jpg
http://www.avmentor.gr/reviews/lab/x..._flat_high.jpg
είναι η απόκριση συχνότητας, με το δεύτερο σε διπλάσια κλίμακα από το πρώτο (γι' αυτό δείχνουν διαφορετικά μεταξύ τους, ενώ δεν είναι). Η μέτρηση σταματάει στα 350 Hz και χαρακτηρίζεται "ανηχοϊκή" - προφανώς πρόκειται για ψευδανηχοϊκή μέτρηση υπολογισμένη από το CLIO μέσω της γνωστής διαδικασίας gating κρουστικού παλμού. Τα ίδια ισχύουν και για το 3ο διάγραμμα, το οποίο δεν παραθέτω μια και αυτό, όπως και το προηγούμενο, είναι χρηστικά και δείχνουν την επίδραση των ρυθμιστικών τονικότητας που δίνει το ηχείο.
Η πρώτη μου ένσταση έχει να κάνει με τη μορφή της απόκρισης. Εμφανίζει ένα ευμέγεθες "σαμαράκι" πλάτους μιάμισης οκτάβας (1-3 kHz) και ύψους περίπου 6 dB, ζωή να 'χει! Μου μοιάζει πολύ παράξενο. Η συχνότητα κρος αναφέρεται ότι είναι στα 2.5 kHz και, αν μη τι άλλο, θα περίμενα τη "γούβα" εκεί, (ας εξαιρέσουμε χάριν της συζητήσεως την πιθανότητα λάθους, ή την πιθανότητα χαλαρών production tolerances, που περίπου καταρρίπτεται από το διάγραμμα ταιριάσματος δεξιού και αριστερού ηχείου, το οποίο είναι πάρα πολύ καλό). Είναι εκ πρώτης όψεως λογικό να υποθέσει κανείς ότι η μονάδα των μεσαίων παρουσιάζει beaming. H δοκιμή δεν αναφέρει τις διαστάσεις του μιντρέιντζ, αλλά μια ματιά στο site της Thiel-Accuton δείχνει ότι όλα τα μοντέλα είναι διαμέτρου 173 mm, δηλαδή χοντρικά 7ιντσα. Δεν θα περίμενα ιδιαίτερο beaming από το 1 στα 2 kHz, και επιπλέον τα διαγράμματα διασποράς δεν δείχνουν κάτι τέτοιο. Μία άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι το μιντ "σπάει" στα 3 kHz. Μια ματιά στο διάγραμμα CSD:
http://www.avmentor.gr/reviews/lab/x...100_49_csd.jpg
δείχνει να ενισχύει αυτή την άποψη. Περίπου στα 3 kHz και στο χρονικό διάστημα μεταξύ μισού και ενός millisecond περίπου η απόκριση παρουσιάζει ένα μεγάλο "βήμα", εκεί όπου η τυρκουάζ περιοχή μεταπίπτει στην μπλε. Συνήθως παρόμοια "ακρωτήρια" στα διαγράμματα αποσβεννυμένων φασμάτων κρύβουν, ή μάλλον φανερώνουν breakup. Εάν αυτό συμβαίνει, θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με δύο τρόπους. Ο ένας είναι να κροσαριστεί το μιντ χαμηλότερα. Αυτό ενέχει δύο περιορισμούς. Ο ένας είναι ότι χάνεται ευαισθησία (ή έστω ψεύτικη ευαισθησία) και ο άλλος ότι το ηχείο χάνει σε μέγιστη έξοδο, γιατί τα τουίτερ πάντα δυσκολεύονται οταν κληθούν να αναπαραγάγουν χαμηλότερες συχνότητες (δηλαδή μεγαλύτερα πλάτη). Ο άλλος τρόπος είναι ή αύξηση της κλίσης αποκοπής του κρος. Η δοκιμή (και η εταιρεία) δεν δίνει στοιχεία για αυτό. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η σχεδίαση Linkwitz-Riley 4ης τάξης (24 dB/oct) είναι η βέλτιστη επιλογή, με εξαίρεση τις σχεδιάσεις D'Appolito (MTM) όπου προτιμώνται οι Butterworth 3ης ταξης (18 dB/oct).
Επίσης η διέγερση κάποιου breakup δυστυχώς δεν γίνεται μόνο με ηλεκτρικό τρόπο, δηλαδή μέσω του σήματος, αλλά και μηχανικά, δηλαδή με ακουστική σύξευξη μέσω του αέρα.
Yποτίθεται ότι τα κεραμικά Accuton επιτυγχάνουν έναν πολύ καλό συνδυασμό ακαμψίας και απόσβεσης. Δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει ή όχι. Μια ματιά στα CSD του Avalon Indra:
http://www.stereophile.com/images/ar...008Avafig9.jpg
δείχνει καθαρά breakup στα 3 (!) kHz και στα 5 kHz, παρόλο που το μεγάφωνο δεν είναι ακριβώς το ίδιο (αυτό του Indra έχει "αυτάκια" ενώ του ΧΤΖ έχει "βούλες" - και τα δύο για αποσβεστικούς λόγους, όπως ισχυρίζεται η Accuton).
Σε μία αντίστοιχη διευρεύνηση του Siegfried Linkwitz με θέμα τις παραμορφώσεις των μιντρέιντζ:
http://www.linkwitzlab.com/mid_dist.htm
η επίδοση ενός άλλου Accuton, μικρότερου, δεν είναι ιδιαίτερα καλή:
http://www.linkwitzlab.com/images/graphics/800bst12.gif
http://www.linkwitzlab.com/images/graphics/1k6bst12.gif
συγκρινόμενη με άλλα, γνωστότερα μιντ, Σκανδιναβικής ως επί το πλείστον προελεύσεως. Δεν ξέρω αν αυτά σημαίνουν κάτι για τα κεραμικά Accuton, τα οποία χρησιμοποιούνται σε αρκετές σχεδιάσεις γοήτρου και συνήθως συνοδεύονται από υμνητικά υποκειμενικά σχόλια, for whatever they are worth.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι, εμένα τουλάχιστον, η απεικόνιση των CSD σε εικόνες με χρώματα όπως την προκρίνει ο dStam, με μπερδεύει αφάνταστα. Προτιμώ την απεικόνιση που προτιμά εδώ και χρόνια ο Atkinson, με διαγράμμιση ή γραμμοσκίαση (όπως στο διάγραμμα του Avalon παραπάνω). Νομίζω ότι είναι πολύ πιο ευανάγνωστη. Το προτέρημα των διαγραμμάτων του dStam είναι η πολύ ευρύτερη δυναμική περιοχή: 50 ολόκληρα dB, αντί για τα μίζερα 36 dB του Atkinson.

Στο διάγραμμα της κρουστικής απόκρισης κατά Ηeaviside:
http://www.avmentor.gr/reviews/lab/x...p_response.jpg
αδυνατώ να κατανοήσω την "chicane" που εμφανίζεται μετακύ 3.8 και 4.1 msec. Δεν αποκλείεται να είναι η πρώτη ανάκλαση από το πάτωμα. Αν υποθέσω ότι το κάτω όριο 300-350 Hz της μέτρησης μεταφράζεται σε gating 3 msec περίπου, θα περίμενα την πρώτη ανάκλαση αργότερα και συγκεκριμένα στα "κατσαρώματα" που η μέτρηση εμφανίζει μετά τα 5.4 msec. Εναλλακτικά δεν αποκλείεται να πρόκειται για την συνεισφορά του δεύτερου 10ιντσου, που μάλλον βρίσκεται μακρύτερα από το μικρόφωνο στη συγκεκριμένη μέτρηση.

Τέλος, στο διάγραμμα οριζόντιας διασποράς:
http://www.avmentor.gr/reviews/lab/x...indow_full.jpg
η απόκριση εκτείνεται μέχρι τα 20 Hz. Εδώ πρέπει να έχει γίνει κάποιο σοβαρό λάθος. Δεν είναι δυνατόν η απόκριση του ηχείου να γκρεμίζεται κάτω από τα 300 Hz, και μεταξύ 40 και 100 Hz να είναι, ή έστω να απεικονίζεται, 30 ολόκληρα dB πιο χαμηλά από τη στάθμη στις μεσοϋψηλές. Υποθέτω ότι η μέτρηση αυτή είναι σύνθετη, η ψευδανηχοϊκή μαζί με κάποιο είδος proximity measurement στα μπάσσα, αλλά κάτι έχει πάει στραβά σε κάποιον αλγόριθμο. Αντίθετα στο διάγραμμα που δείχνει την επίδραση του φραξίματος των οπών:
http://www.avmentor.gr/reviews/lab/x...i_anechoic.jpg
το splicing έχει γίνει σωστά και η απόκριση εμφανίζεται ισόρροπη. Και πάλι όμως κάτι ίσως δεν πάει καλά. Η αποκοπή με τις οπές του reflex ανοιχτές όφειλε να είναι διπλάσια (24 dB/oct) από εκείνην με τις οπές φραγμένες (12 dB/oct), πράγμα που με υποψιάζει ότι τα παρεμβύσματα δεν είναι και τόσο ακουστικώς αδιαφανή. Εάν αυτό ισχύει, τότε η δυνατότητα φραξίματος λίγα παρέχει. Επίσης ερμηνεύει την προτίμηση του dStam στη μη χρησιμοποίηση των παρεμβυσμάτων. Εάν το μόνο που προσφέρουν είναι μία μικρή εξασθένηση της ακουστικής συνεισφοράς των οπών, τότε το μόνο που πετυχαίνουν είναι να κάνουν τα γενναιόδωρα 10ιντσα γούφερ να παιδεύονται σκληρότερα, με αποτέλεσμα την αύξηση των παραμορφώσεων.