Επειδή δεν βλέπω φως, ας το πάρει το ποτάμι:

Το ουσιαστικό "πόλις" (αρχαϊκή μορφή: "πτόλις") έχει αθέματη ("Τρίτη") κλίση. Οι αρχαϊκές Γενικές Ενικού ήταν "π(τ)όλιος" και "π(τ)όλεος". Οι Ίωνες υιοθέτησαν τον δεύτερο τύπο ("πόλεος") και επειδή οι Ίωνες γενικώς συμπαθούσαν τα μακρά φωνήεντα αντί των βραχέων ("ούρος" αντί "hόρος", "κούρος/κούρη" αντί "κόρος/κόρη" εκ του Μυκηναϊκού κόρFος/κόρFα - korwos/korwa, "νεηνίης" αντί "νεανίας", "ημέρη" αντί "hημέρα" ή "hαμέρα"), εξέτειναν το βραχύ -ε- σε μακρό -η-: "πόληος". Βραχεία η λήγουσα, άρα η οξεία μπορεί να μείνει στην προπαραλήγουσα. Στον Όμηρο απαντούν όλοι αυτοί οι τύποι, με -ι-, -ε-, -η-, και με ή χωρίς -τ-.

Σημείωση: το -η- στα αρχαία προφερόταν μακρύ ανοιχτό -ε-, όπως το -a- στο αγγλικό cat. Με h- υποδηλώνω τη δασεία.

Στις Ιωνικές διαλέκτους (η Αττική ήταν Ιωνική διάλεκτος) ένα συχνό φαινόμενο ήταν η "αντιμεταχώρηση". Αυτό σημαίνει ότι όταν δύο φωνήεντα (μακρό-βραχύ) βρίσκονται δίπλα-δίπλα, τότε συχνά αντιμεταθέτουν τις χρονικές τους αξίες. Έτσι το "πόλΗΟς" (μακρό-βραχύ) έγινε "πόλΕΩς" (βραχύ-μακρό). Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Ο Ηρόδοτος, ο στάνταρ Ίων συγγραφεύς, κλίνει "ΛεωνίδΗς, ΛεωνίδΕΩ" (πάλι προπαροξύτονο με μακρά λήγουσα), ενώ στα Αττικά θα έλεγε "Λεωνίδας, Λεωνίδου" και στα Δωρικά (και Νέα Ελληνικά) "Λεωνίδας, Λεωνίδα".

Άλλα παραδειγματα Αττικής αντιμεταχώρησης είναι:
ΝαFός > το δίγαμμα (F, προφορά "w") εκπίπτει με αναπληρωματική έκταση (αντέκταση) του -α- > ναός (μακρό α) > με αντιμεταχώρηση: νεώς
ΛαFός > το ίδιο > λαός (μακρό α) > λεώς
Και μην τολμήσει κανείς να πει τι μας λες - μόλις περιέγραψα γιατί το λΕΩφορείο λέγεται έτσι και όχι λΑΟφορείο.

Συμπέρασμα: Η Γενική Ενικού "πόλεως" κρατάει τον τόνο στην προπαραλήγουσα κατ' αναλογίαν προς το προγενέστερο "πόληος" και η Γενική Πληθυντικού "πόλεων" κατ' αναλογίαν της Γενικής Ενικού. Συνεπώς ο προπαροξύτονος τύπος "πόλεων" εξηγείται με την εφαρμογή του κανόνα της αντιμεταχώρησης άπαξ και της αρχής της αναλογίας δις.