Το "τελειοποιημένο με το αυτί του σχεδιαστή" που θα βγει τελικά στην αγορά μετράει το ίδιο με το αρχικό, "ατιουνάριστο" (μπρρρρ!!), που "απλά" μετρούσε "τέλεια";
Νομίζω ότι έδωσα μια απάντηση στην αρχή της συζήτησης. Αν υποθέσουμε ότι έγιναν μετρήσεις και αν υποθέσουμε ότι αυτές ήταν άψογες, υπάρχει, πράγματι πιθανότητα το ηχείο που θα βγεί στην αγορά να είναι διαφοροποιημένο σε κάποιες από αυτές. Η συζήτηση, όπως διαδραματίζεται, φαίνεται να μην λαμβάνει υπ΄όψιν της ότι τα ηχεία είναι προϊόντα τα οποία δεν αγοράζονται κατ΄ανάγκην με κριτήριο την ακαδημαϊκή -άντε στουντιακή- ορθότητα, γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός "μόνιτορ" ενίοτε εκλαμβάνεται ως ύβρις ή έστω δείγμα ιδιαιτερότητας και -στην πράξη- έτσι έχει πολιτογραφηθεί. Προσπαθώ να είμαι ευγενικός, φυσικά. Όλοι γνωρίζουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία αγοραστών πληρώνει για να ικανοποιήσει ένα εντελώς ανεξέλεγκτο προσωπικό κριτήριο το οποίο σχεδόν πάντοτε υπόκειται σε πόλωση. To voicing,τιουνάρισμα, άγγιμα του μάγου ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο είναι η προσπάθεια του σχεδιαστή να προσεγγίσει έναν χαρακτήρα που να αρέσει στην αγορά.

Τα ισοσταθμίζεις (με ΧΤΖ, με Copland, με Lyngdorf, με ProTools, με ΜΙΟ, με την Άρτα και τα Γιάννενα, ενδεχομένως και με της Παναγιάς τα μάτια) έτσι ώστε να ηχήσουν συχνοτικώς απαράλλακτα, στο μέτρο του εφικτού.
Για την Άρτα και τα Γιάννενα, δεν μπορώ να πω... Για το Copland και το Lyngdorf όμως μπορώ: Με βάση την εμπειρία μου, τα συστήματα αυτά (τα οποία είναι σχεδιασμένα για ρύθμιση της ακουστικής του χώρου κατά κύριο λόγο) έχουν ως προαπαιτούμενο ένα ήδη αρκετά καλό ηχείο. Αν το ηχείο έχει προβλήματα τότε είναι πολύ πιθανόν να μην μπορεί να ακολουθήσει τις ρυθμίσεις που επιβάλλουν οι ψηφιακοί ισοσταθμιστές, επομένως το πράγμα μπορεί και να χειροτερέψει με γούφερ που τερματίζουν, reflex που σφυρίζουν και άλλα χαριτωμένα.

Μου δημιουργείται, τέλος, η αίσθηση ότι η συζήτηση περί σχέσης μετρήσεων και ηχητικής απόδοσης μεταξύ διαφορετικών ηχείων περιορίζεται, εσφαλμένα, στην απόκριση συχνότητας και είναι επικίνδυνα απλουστευτική. Η φράση:

συχνοτικώς απαράλλακτα, στο μέτρο του εφικτού
Τι ανοχές επιτρέπει στα όρια του εφικτού; Με τι ακρίβεια θα μετρήσουμε και ποιός θα πληρώσει την ακρίβεια αυτή στην πράξη;

Κατά τη γνώμη μου, η ομοιότητα σε επίπεδο "σκέτης" ανηχοϊκής μέτρησης αφήνει περιθώρια για ομοιότητα σε επίπεδο ακουστικό, αλλά αφήνει και πολλά περιθώρια για διαφορές. Πώς μεταβάλλεται η απόσβεση με το χρόνο; (οι χρωματισμοί μπορεί να είναι αμελητέοι στα 0μS και να αποκτούν οντότητα στο σβήσιμο). Πώς μεταβάλλεται σε σχέση με την γωνία ως προς άξονα;(δύο ηχεία μπορεί να είναι "επίπεδα" αλλά να ακτινοβολούν διαφορετικά και να δημιουργούν άλλες ανακλάσεις στο χώρο). Πώς αλλάζουν οι επιδόσεις του κάθε ηχείου με την στάθμη; (από τα δύο "ίδια" ηχεία, το ένα μπορεί να "τελειώνει" νωρίς, κάτι που ανακαλύπτουν μόνον όσοι έχουν την τάση να ακούνε δυνατά...). Μπορώ να σκεφτώ κι άλλα τέτοια σημεία που δεν φαίνονται σε μια απόκριση.

Αν, τώρα, αναφερόμαστε σε πλήρη ομοιότητα σε ένα ευρύ πεδίο μετρήσεων στις οποίες, για παράδειγμα, θα περιλάβουμε πράγματα όπως το περίφημο Listening Window του Toole, την βηματική απόκριση, το διάγραμμα επιτάχυνσης της μπάφλας κ.λπ, κ.λπ το πράγμα αλλάζει. Έχω όμως την εντύπωση ότι δύσκολα βρίσκεις δύο ηχεία τόσο όμοια.