Μέχρι τότε ας διακινδυνεύσω μια υπόθεση:
Το voicing, όπως και αρκετά πράγματα στην audiophile κοινότητα είναι κάτι στο οποίο δίνεται υπερβολική σημασία και έχει αποκτήσει διαστάσεις μύθου, όπου ο μάγος πραγματοποιεί την υπέρβαση καταλήγοντας σε απόκοσμα αποτελέσματα. Προφανώς δεν είναι έτσι και εξηγούμαι:
Κάθε διαδικασία σχεδιασμού περιλαμβάνει μια φάση εργαστηριακών εκτιμήσεων (να μετρήσω δηλαδή αν αυτό που σχεδίασα ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που έθεσα εξαρχής) και μια φάση αξιολόγησης σε πραγματικές συνθήκες λειτουργίας.
Ο σχεδιασμός ηχείων τα τελευταία χρόνια ακολουθεί την κλασική πορεία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους αξιόπιστους κατασκευαστές: In silica, δηλαδή σχεδιασμός και εξομοίωση/αξιολόγηση στον υπολογιστή, in vitro, δηλαδή δοκιμή/αξιολόγηση στο εργαστήριο και in vivo, δηλαδή δοκιμή στην πράξη.
Θα έλεγα ότι το voicing είναι η πρακτική εφαρμογή του in vivo στην περίπτωση των ηχείων και έχει κάτι από την γνωστή μαγεία του audio: Κάποιος, έμπειρος θεωρούμε, ακροατής ακούει το ηχείο και αποφασίζει αν όλα έχουν καλώς ή αν πρέπει να γίνουν αλλαγές. Με την προϋπόθεση ότι υπάρχει ένα καλό σετ μετρήσεων "αλλαγές", συνήθως, σημαίνει απόκλιση από το μετρημένο και αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο δύο πράγματα: Ή ότι οι μετρήσεις δεν επαρκούν και το "χρυσό αυτί" είναι ισχυρότερο ως κριτήριο, ή ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη φιλοσοφία, την οποία, γενικώς, χαρακτηρίζουμε ως "ο ήχος της Χ" όπου X η κάθε εταιρία.
Από την εμπειρία μου, γνωρίζω ότι πολλοί γνωστοί κατασκευαστές έχουν, όντως, συγκεκριμένη άποψη για το πώς πρέπει να αποδίδει ένα ηχείο τους και δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η άποψη αυτή φαίνεται αρκετά ευκρινώς στις τελικές μετρήσεις των προϊόντων τους, οι οποίες αποκλίνουν ελάχιστα μεν συστηματικά δε από αυτό που στα χαρτιά είναι σωστό (δηλαδή αποκλίνουν από μια απολύτως επίπεδη απόκριση, για παράδειγμα). Δύο τέτοιες εταιρίες είναι η Dynaudio και η Audio Spectrum (του Πετρόπουλου).
Συνεχίζοντας την παράθεση εμπειριών (που είναι φυσικά υποκειμενικές) θα έλεγα ότι ένα κριτήριο που διαχωρίζει το ρεαλιστικό voicing από το δήθεν είναι η σταθερότητα και το εύρος των αποκλίσεων στις οποίες αυτό οδηγεί. Αν τα ηχεία έχουν, για παράδειγμα, αποκλίσεις στην απόκριση οι οποίες είναι ομοιόμορφες συναρτήσει του χρόνου και του μοντέλου τότε, πράγματι, έχουμε να κάνουμε με μια συνειδητή επιλογή, η οποία μπορεί να κριθεί και να γίνει ή όχι αποδεκτή, είναι πάντως σεβαστή. Στην περίπτωση αυτή μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο σχεδιαστής γνωρίζει τι κάνει και ότι έχει λόγους να το κάνει.
Αν κάθε ανωμαλία στην απόκριση, κάθε ιδιοσυγκρασία σε κάθε μέτρηση και κάθε παλαβομάρα βαφτίζεται "voicing" προφανώς υπάρχει πρόβλημα. Επίσης, με δεδομένο ότι οι μετρήσεις ενός ηχείου είναι αρκετά σαφείς, η εν συνεχεία "βελτίωση" δεν μπορεί να οδηγεί σε αποτελέσματα εξαιρετικά διαφοροποιημένα, αν οι μετρήσεις αυτές είναι εξ αρχής καλές. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος σχεδιάζει ένα τρίδρομο ηχείο χωρίς τρύπες στα σημεία cross και εν συνεχεία το ακούει προσεκτικά ρυθμίζοντας το κροσόβερ και φτιάχνοντας από εδώ και από εκεί χαράδρες επειδή έτσι "ακούγεται καλύτερα".