Σε γενικές γραμμές συμφωνώ με τον Coyias. Ωστόσο αυτό που δεν τονίζεται αρκετά (αν και το γράφει, εμμέσως, εδώ:

Τέλος, η επαναληψιμότητα της διαδικασίας εξαρτάται κυρίως από τη σταθερότητα της επίπλωσης του χώρου, και τη χρήση του ιδίου προγράμματος.
)

είναι η ανάγκη "προπόνησης", δηλαδή εκμάθησης του προγράμματος μέσω της συνεχούς χρήσης του. Και δεν εννοώ να το ακούς "συχνά", απλώς. Εννοώ να το ακούς συστηματικά και συνειδητοποιημένα. Αυτό το κομμάτι είναι και η δυσάρεστη πλευρά των κριτικών ακροάσεων. Ακούς το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά, σε διάφορα συστήματα ώστε να αποκτήσεις εμπειρία. Όπως συμβαίνει και με την προπόνηση φυσικής κατάστασης η οποία είναι απαραίτητη αν θέλεις να κάνεις κάποιο σπορ, αλλά πάντα επίπονη και δυσάρεστη, η εκμάθηση του προγράμματος αναφοράς είναι απαραίτητη αλλά συχνά βαρετή. Γι'αυτό και γίνεται σπανίως.

Ένα άλλο σημείο (σχετικό με τα παραπάνω) που χρειάζεται προσοχή επειδή είναι επικίνδυνο, είναι το θέμα των ηχογραφήσεων και της σχέσης τους με το "ρεαλιστικό". Ξεκίνησα τις δοκιμές μια εποχή που το να μην ακούς μόνο κλασική μουσική και όπερα ήταν κάτι το αδιανόητο, διότι υπήρχε -και ακόμη υπάρχει- η άποψη ότι η υψηλή πιστότητα έχει σχέση με την ζωντανή μουσική. Ύστερα από αρκετά χρόνια, δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ. Το να προσπαθήσεις να κρίνεις ένα σύστημα βασιζόμενος στις διαφορές ενός ηχογραφημένου οργάνου με την -όποια- εμπειρία σου από ένα ζωντανό, ελπίζοντας ότι η ηχογράφηση είναι τόσο πιστή στον φυσικό ήχο, είναι ανεδαφικό. Είναι δεδομένο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ηχογραφήσεων μεταφέρει την άποψη του παραγωγού, του μηχανικού ήχου άντε και του μαέστρου, του αρχιμουσικού ή της βεντέτας (σε πιο ποπ καταστάσεις) για το τι είναι "σωστό".
Πολλά και σημαντικά είδη μουσικής δεν έχουν καμμία σχέση με ακουστικά όργανα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα αναφοράς σε έναν συγκεκριμένο ήχο. Και, όπως ξέρουμε όλοι, ένα πιάνο μπορεί να ακουστεί με χίλιους δυό τρόπους ανάλογα με το ποιός το κατασκεύασε, πώς παίζεται, που βρίσκεται τοποθετημένο και πώς ηχογραφείται αρχικώς. Συνήθως δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστες ή και καμμία από τις πληροφορίες αυτές. Επομένως, τι νόημα έχει να προσπαθήσεις να ακούσεις αν το πιάνο "είναι φυσικό" αν δεν γνωρίζεις, πώς ακούστηκε κατά την ηχογράφηση;
Στην πράξη, λοιπόν, είναι -κατά τη γνώμη μου- πιο χρήσιμη μια διαφορετική προσέγγιση. Με δεδομένο ότι έχεις επιλέξει μια σειρά από αξιόλογες ηχογραφήσεις (οι οποίες δεν είναι κατ΄ανάγκην ακριβείς, απλώς είναι σωστές τεχνικά) προσπαθείς να προσεγγίσεις, ασυμπτωτικά πάντοτε, το πώς αυτές πρέπει τελικώς να ακουστούν. Αυτό, στην πράξη, γίνεται ακούγοντάς τις μέσα από πολλά συστήματα διαφόρων επιπέδων και σε διαφορετικούς χώρους. Αυτή η μέθοδος οδηγεί σε μια ανάλυση (decomposition-αποσύνθεση μου φαίνεται ένας ακόμη πιο σωστός όρος) του κάθε μουσικού κομματιού σε ήχους που μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν ως σήματα ελέγχου. Η μουσική συχνά καταστρέφεται έτσι, αλλά έχεις στα χέρια σου ένα αναλυτικό εργαλείο που μπορείς να το χρησιμοποιήσεις με τα αυτιά σου. Ο Coyias έχει δίκιο όταν λέει ότι το πρόγραμμα αναφοράς πρέπει να σου αρέσει, αλλά ύστερα από μερικές ώρες σκληρής προπόνησης, αυτό χάνει τη σημασία του. Δεν ακούς το κομμάτι πια: Ακούς το πώς αντιδρά το σύστημα στο κομμάτι.