Λοιπόν
Κατά πρώτον, όσον αφορά το πρόγραμμα.

Αυτό μπορεί να τυποποιηθεί με τουλάχιστον τρία κριτήρια: Αν είναι αρεστό ως μουσικό έργο, πόσο σωστά είναι ηχογραφημένο, και τίνος είδους όργανα περιέχει. Ως προς το πρώτο κριτήριο, εάν ένα μουσικό έργο δεν είναι αρεστό στον ακροατή, αμφιβάλλω αν αυτός μπορεί να κρίνει πόσο καλά το αναπαράγει μια μηχανή. Ίσως όμως και να μπορεί. Εξαρτάται από το ιδιοσυγκρασιακό προφίλ του ακροατή, την παιδεία του, τις γνώσεις, και ίσως την ηλικία του. Αυτήν την παράμετρο έχουν πάρει εδώ και χρόνια οι κατασκευαστές και οι έμποροι, την έχουν αντιστρέψει και την έχουν αναγάγει σε αποκλειστικό κριτήριο, το γνωστό σύνδρομο της μουσικής των εκθέσεων. Για να είσαι ωντιοφίλ και να ξέρεις από hi-fi, πρέπει σώνει και καλά να σεληνιάζεσαι με τα αργόσυρτα σόλο του Miles Davis, τέλος πάντων να ακούς jazz ρε παιδί μου, αλλά όχι οποιαδήποτε jazz, παρά μόνον αυτή την προοδευτική μεταπολεμική jazz, όπως επίσης και τις διάφορες σύγχρονες ανοστιές, (Ana Karam, Jacintha και τα τοιαύτα). Εντάξει, και κλασικό ρεπερτόριο φυσικά. Αν ζητήσεις να ακούσεις κάτι που περιέχει μπουζούκι, που είναι όργανο δύσκολο στην ηχογράφηση, μάλλον θα σε περάσουν για γραφικό. Δεν ξέρω, μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά αυτήν την αίσθηση έχω.

Το δεύτερο κριτήριο του προγράμματος είναι χειρότερος πονοκέφαλος, μιας και υπεισέρχονται παράγοντες που δεν είναι αυτονόητο πως τους γνωρίζει ο ακροατής. Τέτοιοι παράγοντες είναι η αρτιότητα της ηχοληψίας, η ηλικία της ηχογράφησης, και το mastering. Είναι πολύ εύκολο να κατευθύνει κάποιος τη γνώμη του ακροατή, ώστε αυτός να συμπεράνει πως το τάδε ηχείο που ακούει είναι σκοτεινό, επιλέγοντας να του βάλει να ακούσει ένα CD που προήλθε από κάποια ηλικιωμένη αναλογική ταινία που έχει χάσει τα πρίμα της, και του οποίου το mastering έγινε με σεβασμό στο υλικό της ταινίας, ασχέτως αν ο μηχανικός είχε στη διάθεσή του τον κατάλληλο εξοπλισμό για να φέρει κάπως τα πρίμα σε λογαριασμό. Τον ίδιο ακροατή, μπορεί κάποιος στη συνέχεια να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, βάζοντάς του κάτι άλλο, πιο πρόσφατο, με σωστά ή ακόμη και κάπως λαμπρά πρίμα. Τα χαμένα πρίμα λόγω ηλικίας είναι μόνο ένα παράδειγμα. Ας πούμε, η μπότα στο Rock n Roll Animal είναι πρακτικά ανύπαρκτη, αν δεν επιστρατεύσεις τον ισοσταθμιστή, και μάλιστα, αν τον αφήσεις εκεί που έπαιζε Lou Reed, και μετά βάλεις καπάκι Compay Segundo με κοντραμπάσο ηχογραφημένο από κοντά, τα μπάσα θα έχουν πάει στον ουρανό. Μύλος

Τα φυσικά έναντι των ηλεκτρικών οργάνων είναι άλλος πονοκέφαλος. Βέβαια, τα φυσικά όργανα πρέπει να είναι το βασικό κριτήριο, αλλά και τα ηλεκτρικά μπορούν να προσφέρουν μια ιδέα. Για παράδειγμα, το Unfinished Sympathy μπορεί να δώσει μια ιδέα για το πόσο καλά αναπνέει ένα ηχείο χαμηλά, και τέλος πάντων πόσο δυνατά μπορεί να αναπαράγει τέτοιο ρεπερτόριο, αλλά δεν μπορεί να δώσει την αντίληψη του πόσο γρήγορο είναι το γούφερ του ηχείου. Εκεί χρειάζεται μπότα.

Άλλη παράμετρος του προγράμματος είναι η δυναμική περιοχή. Και δεν μιλάω για τη μεγάλη συμπίεση του συρμού στο Pop ρεπερτόριο. Έχω αγοράσει και έχω κατεβάσει αρκετές εκδοχές του Radetzky marsche, και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, εκεί που η ορχήστρα παίζει δυνατά, και αυτό υποτίθεται πως πρέπει να ακουστεί, δεν ακούγεται. Η ορχήστρα είναι φιμωμένη, επειδή έτσι του κάπνισε του μηχανικού, που φοβήθηκε κανένα γερό κρεσέντο που θα πήγαινε στα κόκκινα, και προτίμησε να φιμώσει το πράγμα, γιατί εδώ που τα λέμε, στο live δεν έχει undo και παιδιά να το πάμε πάλι.

Θέλω να πω πως η επιλογή ρεπερτορίου είναι κάτι δύσκολο, και χρειάζεται ψάξιμο και διασταυρωμένες ακροάσεις, και διάβασμα, για να προσδιορίσει κανείς ποια είναι η ορθή τονικότητα, και πότε μια ηχογράφηση κάνει μια μηχανή να παίζει σωστά. Όσο σωστή κι αν είναι η μηχανή, μια εσφαλμένη ηχογράφηση θα την κάνει να παίζει λάθος. Κάντε το παραπάνω πείραμα με τους δίσκος του Lou Reed και του μπαρμπα Σεγούντο. Εκεί που στο live του Lou Reed θα έρθει η μπότα κάπως στα ίσα της, το κοντραμπάσο μέσα στο EGREM θα ακούγεται εντελώς υπερβολικό.

Δεύτερον, η στάθμη. Με το ντεσιμπελόμετρο δεν βγαίνει άκρη, υπό την έννοια πως η στάθμη είναι και υποκειμενική αίσθηση. Πάντως, καλόν είναι να προσπαθεί κανείς να φέρνει τη στάθμη στο επίπεδο που νομίζει πως θα άκουγε το ηχογραφημένο υλικό ζωντανά, αλλά αυτό μπορεί να είναι και μη αρεστό, ενώ ενδεχομένως να μη μπορούν να φθάσουν αυτή τη στάθμη τα ηχεία, γιατί αυτά είναι ο αδύναμος κρίκος σε ένα άρτιο σύστημα, εξαιρουμένων βεβαίως των λαμπάτων γελοιοτήτων των 3 βατ που πωλούνται σε τιμή hi end. Αυτές δεν είναι δυνατό να εκληφθούν ως άρτιο σύστημα, παρά μόνο για σπατάλη πλουτοπαραγωγικών πόρων. Το σίγουρο είναι πως όταν ο ακροατής πιάσει το ρυθμιστικό της στάθμης, το κάνει επειδή έχει λάβει ένα μήνυμα από τον εγκέφαλό του, και όχι από ένα ντεσιμπελόμετρο. Άλλη προσδοκία στάθμης έχει ο ακροατής που κάθεται στη 15η σειρά επειδή δεν βρήκε άλλα εισιτήρια, και άλλη η προσδοκία του ακροατή της 4ης σειράς, που έβγαλε εισιτήριο πριν τέσσερις μήνες.

Για να μη παρεξηγηθώ, οι προδιαγραφές στάθμης έχουν θεμελιώδη αξία, όταν κάποιος πρόκειται να αγοράσει, και θέλει να ξέρει μέχρι πού μπορεί να ανέβει αυτό που εξετάζει, εάν βέβαια οι προδιαγραφές είναι αληθείς, και όχι παραπλανητικές. Γνωρίζω συγκεκριμένο ηχείο που πλασσάρεται στην αγορά με ευαισθησία 95dB, επειδή εκεί φθάνει ένα καρούμπαλο της απόκρισής του γύρω στα 12KHz, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα παίζει στα 90dB, κι όχι μόνον αυτό, αλλά ο ρηβιούερ το σχολιάζει και ως ηχείο που ζητάει, που φωνάζει για λάμπα ολίγων βάτ. Τόσο του κόβει, αυτό γράφει. Άντε μετά να βγάλει άκρη και σωστό συμπέρασμα ο τυπικός ανυποψίαστος αναγνώστης. Πάντως, όπου δω πως το ηχείο δεν μπορεί να ανεβάσει τη στάθμη που θέλω, η λύση είναι τι άλλο- η ελάττωση της απόστασης ακρόασης.

Τρίτον, οι υπόλοιπες συσκευές του συστήματος. Εντάξει, οι υπόλοιπες συσκευές του συστήματος μπορούν να μην είναι και οι καλύτερες, αλλά υποτίθεται πως συγκεντρώνουν την ποιοτική κρίσιμη μάζα, ώστε ενδεχομένη άμεση αλλαγή μιας συσκευής να είναι ανιχνεύσιμη. Το πρόβλημα είναι πόσο ανιχνεύσιμη θα είναι. Αν μια συσκευή είναι κατά πολύ ανώτερη αυτής που αντικαθιστά στο σύστημα, το υπόλοιπο σύστημα είναι σε θέση να αναδείξει αυτήν την ανωτερότητα; Και κατά πόσον η εκτίμηση του μέτρου αυτής της ανωτερότητας μπορεί να είναι ακριβής, όντας υποκειμενική;

Τέταρτον, τα κριτήρια του ακροατή μπορεί να διαφέρουν, αλλά νομίζω πως το βασικό κριτήριο είναι ένα και μόνον. Πόσο καλά είναι σε θέση να αναπαράγει το σύστημα ένα πρόγραμμα, στη στάθμη για την οποία προορίζεται αυτό το πρόγραμμα, κάτι που μπορεί να επιμερισθεί στα τρία βασικά, τονική ισορροπία, ακρίβεια στην άρθρωση και ικανά χαμηλές παραμορφώσεις. Βέβαια, για το συνολικό αποτέλεσμα, οι κύριοι υπαίτιοι είναι οι εξής δύο, η ηχογράφηση και τα ηχεία, οπότε απομένει μια διασταύρωση ακροάσεων, ώστε να μπορέσει να προσδιορίσει κανείς που τελειώνουν οι αλλοιώσεις της πρώτης και πού αρχίζουν τα προβλήματα του συστήματος.

Για τα υπόλοιπα, το μόνο που θέλω να σχολιάσω είναι η ακουστική του χώρου. Υποθέτοντας πως ο χώρος έχει το ύψος ενός τυπικού οικιακού δωματίου, κάπου 2,9 με 3,1 μέτρα, αν το πλάτος του είναι ένα μέτρο παραπάνω και το βάθος δύο μέτρα παραπάνω, γενικά η ακουστικές ιδιότητες του χώρου είναι επαρκείς και σωστές, υπό την προϋπόθεση βέβαια πως ο χώρος διαθέτει μια τυπική επίπλωση και ίσως ένα χαλί στο δάπεδο.

Τέλος, η επαναληψιμότητα της διαδικασίας εξαρτάται κυρίως από τη σταθερότητα της επίπλωσης του χώρου, και τη χρήση του ιδίου προγράμματος. Απομένει ο αστάθμητος παράγων, που είναι η κατά περίπτωσιν ψυχική διάθεση, η οποία μεταβάλλεται στο πέρασμα του χρόνου.