Οκ...

1. Διαυγές. Δηλαδή πρέπει να χαρακτηρίζεται από επίπεδη απόκριση και τον ορθό λόγο σήματος προς σήμα, δηλαδή να έχει υποστεί συμπίεση της δυναμικής περιοχής της ορχήστρας μέχρις εκεί που εκ των πραγμάτων επιβάλλουν τα όρια του εγγραφέα. Έτσι δεν είναι;
2. Μαλακό. Εδώ τα βρίσκω ψιλοσκούρα. Να υποθέσω πως, όντας μαλακό, το άκουσμα χαρακτηρίζεται από μιαν «ευγένεια» στη μεσαία περιοχή, δηλαδή κάποια ελαφρά βύθιση της καμπύλης απόκρισης πέριξ των 1500Hz, ώστε το άκουσμα να μη «φωνάζει»; Εάν ναι, αυτό δεν αποβαίνει προς υπερβάλλον όφελος της διαύγειας, καθ’ όσον οι υψηλές ψηλαφώνται ευκολότερα από τον εγκέφαλο;
3. Γεμάτο. Εδώ μάλλον διαφωνώ. Δηλαδή, το κοντσέρτο για την Αρανχέθ, όπου η στάθμη της κιθάρας είναι αναιμική, υπολείπεται της υπόλοιπης ορχήστρας υπό συνθήκες ζωντανής συναυλίας, η κιθάρα δεν ακούγεται εμφανώς «άδεια»; Και για να το πάω ακόμα πιο μακριά, εάν αυτό το κοντσέρτο ηχογραφηθεί πολυκαναλικά, ο παραγωγός μπορεί κάλλιστα να αυξήσει τον όγκο της κιθάρας σε επίπεδο αφύσικο, ώστε να την κάνει τελικά «γεμάτη». Είναι λοιπόν το γέμισμα στοιχείο μουσικότητας, όντας πλαστό, και δεν είναι το «άδειασμα», που είναι η πραγματικότητα; Πέραν αυτών, το απομακρυσμένο άκουσμα ενός ακορντεόν, ας πούμε από 30 μέτρα απόσταση, παύει να είναι μουσικό; Έστω και υπό συνθήκες σχετικής οχλαγωγίας. Αφού είναι μακρινό μεν, αλλά ζωντανό.
4. Χωρικά συγκεκριμένο. Πόσο συγκεκριμένο; Ποιού χώρου; Το ζωντανό άκουσμα ενός ακορντεονίστα, που παίζει μόνος σε ανοικτό χώρο, ας πούμε μέσα στο πάρκο, είναι χωρικά συγκεκριμένο; Αν ναι, τότε οι μόνες ηχογραφήσεις που απομένουν ως χωρικά μη συγκεκριμένες είναι οι ηχογραφήσεις studio, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία των μεταπολεμικών ηχογραφήσεων, υπό το πρίσμα πως αυτές, είτε στερούνται κάποιου τεχνητού χωρικού εφέ, είτε αυτό που έχουν ακούγεται σαφώς επίπλαστο, με κάποιες λίγες εξαιρέσεις. Έτσι δεν είναι;
5. Η απουσία ενοχλητικών θορύβων με μπερδεύει ακόμα περισσότερο. Προχτές παρακολουθούσα την προβολή μιας βουβής ταινίας με τη συνοδεία ζωντανής ορχήστρας, και κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα μια καθυστερημένη θεατής. Επειδή έτριξε η πόρτα, η ζωντανή ορχήστρα έπαψε να είναι «μουσική», κάτι που ήταν εκ των πραγμάτων, αφού έπαιζε ζωντανά, πολλώ δε μάλλον γεμάτα, λόγω του μικρού μεγέθους της αίθουσας; Μήπως το δείγμα του Gabrielsson αποτελούνταν από άτομα με εσφαλμένη μόρφωση, ή αντίληψη, που έπασχαν από την τελειομανία των αποστειρωμένων ροκ συνθετών της 10ετίας του 70, (Eno, ELP, Pink Floyd κλπ.); Πώς αλλιώς να το πω; Δηλαδή, αν ρωτήσουμε χίλιους πυγμαίους, ποια είναι η ρίζα του 64, και δεν απαντήσει κανένας, αυτό σημαίνει πως η ρίζα του 64 είναι ανύπαρκτη;

Και τί γίνεται με τους μηχανικούς θορύβους, που στερούνται κάποιας αρμονικής ή και ρυθμικής ακολουθίας; Όταν ένα «μουσικό» σύστημα παίζει τους κανονιοβολισμούς του Master and Commander, παύει να είναι μουσικό; Διότι, οι συγκεκριμένοι κανονιοβολισμοί είναι και διαυγείς, και γεμάτοι, και «μαλακοί» (δεν έχουν το μέτωπο ενός live πυροβόλου), και χωρικά συγκεκριμένοι, δοθείσης της ψυχοσωματικής κατάστασης του ακροατή, ο οποίος βλέπει τα πυροβόλα να εκπυρσοκροτούν, ενώ ο περιβάλλων θόρυβος, όχι απλά δεν ενοχλεί, αλλ’ αντιθέτως βάζει τον ακροατή ακόμη πιο «μέσα» στο δρώμενο. Είμαι κάπου λάθος;