Λοιπόν, συνάγοντας...

Ο τρόπος με τον οποίον προσεγγίζεται τεχνικά η ακουστική ενός οικιακού χώρου, όπου φιλοξενείται ένα σύστημα οικιακής διασκέδασης, είναι διαφορετικός από αυτόν που ακολουθείται στους αντίστοιχους μεγάλους χώρους, θέατρα - κινηματογράφοι αίθουσες συναυλιών, εξ αιτίας της διαφορετικής υποκειμενικής αντίληψης, η οποία επηρεάζεται από το μέγεθος του κατά περίπτωσιν χώρου.

Ακολουθώντας ένα μοντέλο αυθαίρετο μεν, αλλ όχι εκτός πραγματικότητας, ο χώρος που παρεμβάλλεται μεταξύ του ακροατή και των ηχείων χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές, από τις οποίες οι δύο παίζουν κρίσιμο ρόλο, υπό την έννοιαν ότι είναι η απόσταση που ορίζουν μεταξύ των ηχείων και του ακροατή, αντιστοιχεί σε μήκη κύματος, δηλαδή συχνότητες που επηρεάζουν την αντίληψη του ακροατή με δύο τρόπους. Αφ ενός μεν με το φαινόμενο της αντήχησης, και αφ ετέρου με το φαινόμενο των στασίμων κυμάτων.

Συνδυασμένη με τις τυχαίες ανακλάσεις συγκεκριμένων συχνοτήτων του φάσματος, η αντήχηση δίνει την εντύπωση του χώρου, υπό την προϋπόθεση πως αυτή δεν είναι ούτε πολύ μεγάλη χρονικά, κάτι που οδηγεί σε ασαφή αντίληψη του ήχου, ούτε πολύ μικρή, πράγμα που προκαλεί την εντύπωση της υπερβολικής ξηρότητας, όπου όλα ακούγονται νεκρά, χωρίς την απαραίτητη χρονική ουρά, που δίνει την αίσθηση του ζωντανού ήχου, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι διαβιούν μεταξύ μεγάλων ανακλαστικών επιφανειών, και όχι στον ανοικτό ελεύθερο χώρο της ερήμου ή ενός πεδινού λιβαδιού.

Πέραν της αντήχησης, το άλλο στοιχείου που χρειάζεται ρύθμιση σε έναν χώρο είναι τα στάσιμα κύματα, η παρουσία των οποίων είναι ανεπιθύμητη. Επειδή αυτό είναι πρακτικά ανέφικτο, η βασική επιδίωξη είναι να μην παρουσιάζονται στάσιμα κύματα σε λίγα σημεία του φάσματος, σε λίγες συχνότητες, τα οποία θα προκαλούν μεγάλες ενισχύσεις ή ακυρώσεις της στάθμης του ήχου σε αυτές τις συχνότητες, αλλά πολλά και μικρά, διεσπαρμένα σε όλο το ωφέλιμο ακουστικό φάσμα.

Με βάση τα παραπάνω, και δοθέντος ότι αυτά τα προβλήματα εξαρτώνται πρωτίστως από τις αποστάσεις που χωρίζουν τα όρια του δωματίου, οπότε μέσα από μια προσεγγιστική διαδικασία οδηγούμεθα σε δωμάτια διαφόρων διαστάσεων, οι αναλογίες των οποίων καθορίζουν τόσο την αντήχηση, όσο και το πλήθος και τη στάθμη των στασίμων κυμάτων. Ο υπολογισμός αυτών των αναλογιών εκκινεί από τη διάσταση που τελεί σε στενότητα κατά βάσιν είναι δεδομένη, δηλαδή το ύψος του δωματίου, ενώ οι άλλες δύο αποτελούν μη ακέραια πολλαπλάσιά του.

Τούτων δοθέντων, η ορθότητα της ηχητικής υπόστασης ενός δωματίου εδράζεται στην αναλογία των διαστάσεών του, ενώ επιπροσθέτως εξαρτάται από τη συμμετρία της τοποθέτησης των ηχείων και την ηχητική απορροφητικότητα της επίπλωσης, του δαπέδου και των τοίχων. Η συμμετρία της τοποθέτησης των ηχείων επιβάλλεται, ώστε τα όποια λάθη παρουσιάζει ο χώρος να αφορά κατ ισομοιρίαν και τα δύο κανάλια, ή και τα τρία βασικά κανάλια μιας εγκατάστασης οικιακού σινεμά, ενώ η απορροφητικότητα της επίπλωσης επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το χρονικό μήκος και τη χροιά της αντήχησης, καθώς επίσης και τα στάσιμα κύματα. Από εκεί και μετά, περαιτέρω βελτιώσεις μπορούν να επιτευχθούν είτε δοκιμάζοντας την εφαρμογή επιφανειών απορρόφησης ή διάχυσης σε συγκεκριμένα σημεία κυρίως των πλαϊνών ή του πίσω τοίχου, είτε μέσα από μια διαδικασία trial and error, είτε ακολουθώντας περισσότερο συγκεκριμένες κατευθύνσεις, από προσωπική πείρα, ή με βάση τις γνώσεις κάποιου εξειδικευμένου γνώστη.