Διάβαζα σε γνωστο ειδησεογραφικό φόρουμ-παράρτημα του Journal of Irreproducible Paradoxology κάποιον γραφίκουλα να επισημαίνει πόσον ενδελεχώς απέφυγε να γεφυρώσει κάτι τελικούς "για να μην πέσει ο damping factor". Παρόμοιες ανοησίες έχουν κατά καιρούς γραφεί και σε περιοδικά (επίσης παραρτήματα του Journal of Irreproducible Paradoxology) από γνωστούς αυτοαποκαλουμένους "ριβιούερ", όλους ανεξαιρέτως πολύ χαμηλής κοινωνικής τάξεως και έτι χαμηλοτέρας μορφώσεως - κάτι σαν το μηδέν της κλίμακας Κέλβιν.
Ας τακτοποιήσω το θέμα:
Συντελεστής απόσβεσης (Damping Factor, εν συντομία DF) ονομάζεται ο λόγος του μέτρου της αντίστασης ενός ηχείου ή μεγαφώνου προς την αντίσταση του κυκλώματος που το τροφοδοτεί ηλεκτρικώς. Το δεύτερο αυτό μέγεθος, ο παρανομαστής, είναι το άθροισμα της αντίστασης εξόδου του ενισχυτή με την αντίσταση του συνδετικού καλωδίου. Αυτά συνήθως είναι κλάσματα του Ωμ, με μονη εξαίρεση τους λαμπάτους ενισχυτές, που έχουν αντίσταση εξόδου μερικά Ωμ (π.χ. 2Ω).
Παράδείγμα: εάν ένα μεγάφωνο έχει αντίσταση 6Ω, ο ενισχυτής 0,1Ω και το καλώδιο άλλο τόσο, ο συντελεστής απόσβεσης είναι 6/(0,1+0,1)=30. Χωρίς καν κροσόβερ. Αν υπάρχει, πάει κι αυτό στον παρανομαστή, δίπλα στα υπόλοιπα.
Πού υπεισέρχονται αυτά τα μεγέθη? Σε δύο σημεία.
Το ένα είναι ότι η τάση που παρέχει ο ενισχυτής "δημιουργεί" ισχύ και στον αριθμητή και στον παρανομαστή. Εάν η αντίσταση της πηγής είναι μεγάλη (π.χ. συγκρίσιμη με την αντίσταση του μεγαφώνου), τότε το μεγάφωνο δεν "τραβάει" όλη την ισχύ που θα έπρεπε. Εάν μάλιστα η αντίστασή του ποικίλλει με τη συχνότητα, πράγμα που συμβαίνει σχεδόν πάντα, αυτός ο διαιρέτης τάσεως μεταφράζεται σε σκαμπανεβάσματα της απόκρισης, με βάση τον γνωστό τύπο 10log(P1/(P1+P2)), όπου Ρ1 η ισχύς που αποδίδεται στο μεγάφωνο και Ρ2 η ισχυς που σπαταλιέται στο στάδιο εξόδου του ενισχυτή. Στην πράξη, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, το φαινόμενο αυτό είναι ανύπαρκτο (δέκατα του deciBel) στους ενισχυτές τρανζίστορ και μικρού (1~2 deciBel) μεγέθους στους ενισχυτές λυχνίας. Παραδείγματα (από τα ακριβά, μη μας τη λένε και οι βοροσιλικάτοι) με προσομοιωμένο φορτίο:
Krell 600 (τρανζίστορ, DF=65):
Lamm ML2.1 (λυχνίες, DF~6):
Ως εικός, o Krell δεν αλλάζει την απόκριση συχνότητας ενός ηχείου που οδηγεί, ενώ ο Lamm την αλλάζει σε μικρό βαθμό. Το τελευταίο δεν είναι κατ' ανάγκην κακό. Αλλαγές τέτοιας κλίμακας είναι εύκολα αντιληπτες μεν, αλλά δεν ενοχλούν διότι το αυτί προσαρμόζεται γρήγορα. Υπάρχουν μάλιστα και ηχεία των οποίων η απόκριση, εάν έχει κορυφώσεις μεγέθους και έκτασης ανάλογης με τις βυθίσεις της αντίστασής τους, μπορεί να βελτιωθεί (επιπεδούμενη) εάν οδηγηθεί από ενισχυτή με υψηλή αντίσταση εξόδου, όπως ο Lamm. Όλο αυτό το μαντζαφλάρι (sic) ονομάζεται από τους χαϊεντάδες "μάτσινγκ" και ανάγεται στη σφαίρα του μεταφυσικού, ενώ εν τοις πράγμασι πρόκειται για απλή εφαρμογή του Νόμου του Ωμ και των κανόνων του Kirchhoff.
Το άλλο σημείο είναι η ευθυγράμμιση των ηλεκτρομηχανικών παραμέτρων του μεγαφώνου κατά Thiele-Small. Ένα μεγάφωνο είναι ένας συντονιζόμενος ταλαντωτής με απόσβεση, που εκτελεί εξαναγκασμένη ταλάντωση. Η μετάβαση ενός αρμονικού ταλαντωτή στην ηρεμία περιγράφεται από την διαφορική εξίσωση δευτέρας τάξεως:
x" + 2γx' + ω2x = 0 (ω2: ω στο τετράγωνο, αλλά δεν μπορώ να το γράψω, κυρ-αντμινιστραίοι!)
όπου x η στιγμιαία μετατόπιση, x' ή πρώτη παράγωγός της (=στιγμιαία ταχύτητα) και x" η δεύτερη παράγωγός της (=στιγμιαία επιτάχυνση). Η εξίσωση αυτή έχει 3 περιοχές λύσεων, ανάλογα με την τιμή του "γ" - κάτι σαν την διακρίνουσα δηλαδή.
Ο γ είναι κλάσμα. Ο παρανομαστής του κλάσματος είναι άθροισμα. Ό ένας από τους όρους του αθροίσματος είναι πάλι κλάσμα. Ο παρανομαστής του κλάσματος αυτού είναι γινόμενο. Το γινόμενο αυτό είναι ένας αριθμός πολλαπλασιαζόμενος επί 1+(1/DF). Εάν ο DF είναι 10, τότε 1+(1/DF)=1,1. Για DF 100 γίνεται 1,01, για DF 1000 γίνεται 1,001 κοκ. O προαναφερθείς Krell 600 έχει 1+(1/DF)=1,02 και ο Lamm 1,17. Δηλαδή, απειριζομένου του DF, το 1+(1/DF) τείνει προς τη μονάδα, στην οποία μονάδα έτσι κι αλλιώς βρίσκεται πολύ κοντά. Ακόμα και για λαμπάτους ενισχυτές με υψηλή αντίσταση εξόδου.
Ας τα πάρουμε ανάποδα, χρησιμοποιώντας μερικές τυπικές τιμές των μεγεθών που εμπλέκονται. Έχουμε λοιπόν έναν συντελεστή 1+(1/DF) που βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στη μονάδα και την προσεγγίζει κι άλλο όσο ο DF αυξάνει. Ο συντελεστής αυτός πολλαπλασιάζεται με έναν αριθμό (π.χ. 8), το γινόμενο διαιρεί έναν άλλο αριθμό (π.χ. 120), σε αυτό το πηλίκο προστίθεται ένας άλλος αριθμός (π.χ. 2) και το άθροισμα διαιρεί έναν άλλο αριθμό (π.χ. 12). ΟΛΟ ΑΥΤΟ είναι ο συντελεστής "γ". Με βάση αυτά τα τυπικά νούμερα, ο γ είναι 0,40 για DF άπειρο και για να ανεβεί στο 0,41 πρέπει ο DF να πέσει κάτω από 50, ενώ για να πλησιάσει το 0,5 πρέπει να ρίξουμε τον DF στο ... 7! Η αντίληψη ότι οι λαμπάτοι ενισχυτές υστερούν στην απόδοση των μπάσσων οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος (αλλά όχι εντελώς) σε αυτό το ευεξήγητο φαινόμενο. Φαινομενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζεται, αρκεί να ξέρει κάποιος περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Όλο αυτό το ξανα-μαντζαφλάρι (ξανα-sic) ξανα-ονομάζεται από τους χαϊεντάδες "μάτσινγκ" και ανάγεται στη σφαίρα του μεταφυσικού, ενώ εν τοις πράγμασι πρόκειται για απλή εφαρμογή της ανάλυσης κατά Thiele-Small.
Συνεπώς δεν είναι τυχαίο ότι όλοι-μα-όλοι οι σωλήνες της ΕΥΔΑΠ, εεεεεε, οι κατασκευαστές ηχείων ήθελα να πω, σχεδιάζουν με την παραδοχή ότι DF=>άπειρο, παραδοχή απόλυτα ρεαλιστική για ενισχυτές τρανζίστορ και αποδεκτή ακόμη και για αρκετούς λαμπάτους.
Κατά τα άλλα, εκάς οι γεφυροποιοί, ότι αυτοί τον Damping Factor καταβαραθρώσουσι. Ή, όπως έλεγε η Ντεμπ στη Λάιλα: "Fuck me sideways".
Κατόπιν τούτων, το ερώτημα ανακύπτει αβιάστως (=επίρρημα) και αβίαστον (=κατηγορηματικός προσδιορισμός): εάν υποθέσουμε ότι ο ορθότερος τρόπος να αντιμετωπισθεί χαϊεντάς τις είναι ο απαγχονισμός του από τα άντερα ομοϊδεάτου του, ποίος είναι ο οικολογικώς ηπιότερος τρόπος διαχειρίσεως των ουτωσί δημιουργηθησομένων πτωμάτων?




Reply With Quote








)... Πότε ακριβώς είναι καλή η περίθλαση σε ένα ηχείο;
