Originally Posted by
Vassilis
ΣΩ. Μένει όμως ακόμα να ιδούμε πότε πρέπει και πότε δεν πρέπει να συγγράφωμε· με ποιους όρους η συγγραφή είναι καλό πράγμα, και με ποιους είναι άσχημο.
ΦΑΙ. Ναι.
ΣΩ. Ξέρεις λοιπόν πώς θα κάμης την πιο μεγάλη χαρά στο θεό για τους λόγους, είτε όταν μιλάς ο ίδιος είτε όταν διδάσκης γι' αυτούς;
ΦΑΙ. Καθόλου. Κι εσύ;
ΣΩ. Έχω να ειπώ ό,τι άκουσα από τους παλιούς, κι αν είναι αλήθεια, αυτοί το ξέρουν. Αν όμως ευρίσκαμε μόνοι μας την αλήθεια, άραγε θα μας έμελε καθόλου πια για τις ανθρώπινες δοξασίες;
ΦΑΙ. Γελοίο πράγμα ρώτησες. Μα πες αυτά που λες πως έχεις ακουστά.
ΣΩ. ¶κουσα λοιπόν, πως γύρω εκεί στη Ναύκρατιν, στην Αίγυπτο, υπάρχει ένας από τους παλιούς θεούς του τόπου· αυτού είναι και το ιερό πουλί που το λένε Ίβι. Και του ίδιου του θεού το όνομα είναι Θευθ. Κι αυτός πρώτος βρήκε και τον αριθμό και την αρίθμηση και τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμα και το παιχνίδι με τους πεσσούς και το παιχνίδι με τους κύβους και ακόμα και τα γράμματα. Και τον καιρό εκείνο ήτανε βασιλιάς σ' όλη την Αίγυπτο ο Θαμούς κι έμενε στη μεγάλη πόλη του επάνω τόπου, που οι Έλληνες την ονομάζουν Αιγυπτιακές Θήβες, και τον θεό τον ονομάζουν ¶μμωνα· σ' αυτόν ήλθε ο Θευθ κι έδειξε τις τέχνες του και είπε, ότι πρέπει να διαδοθούν στους άλλους Αιγύπτιους. Κι ο βασιλιάς ρώτησε, ποια ωφέλεια έχει κανείς από την καθεμιά. Κι ενώ εκείνος τα εξηγούσε, ο βασιλιάς ό,τι νόμιζε πως το έλεγε καλά, ό,τι νόμιζε πως το έλεγε άσχημα, το ένα το έψεγε, το άλλο το επαινούσε. Πολλά λοιπόν για την κάθε τέχνη χωριστά καλά και κακά λένε πως ο Θαμούς είπε στον Θευθ, και θα πολυλογούσαμε, αν τα λέγαμε ένα-ένα. Και όταν ήρθανε στα γράμματα: «Τούτο δα το μάθημα βασιλιά μου», είπεν ο Θευθ, «θα κάμη τους Αιγύπτιους πιο σοφούς, και το μνημονικό τους πιο καλό, γιατί για τη μνήμη και για τη σοφία βρέθηκε το φάρμακο». Ο βασιλιάς όμως είπε: «Πολύτεκνε Θευθ, άλλος έχει τη δύναμη να γεννάη τις τέχνες, κι άλλος πάλι να κρίνη πόσο θε να βλάψουν και θε να ωφελήσουν εκείνους που μέλλουν να τις μεταχειρισθούν. Και συ τώρα, σαν πατέρας των γραμμάτων, από εύνοια είπες το αντίθετο απ' εκείνο που αυτά μπορούν. Γιατί τα γραμμάτα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ' έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακογια τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση. Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την αλήθεια· γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχθούνε θάχουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουν γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι.
ΦΑΙ. Σωκράτη, εύκολα συ πλάθεις ιστορίες αιγυπτιακές και απ' όποια άλλη χώρα θέλεις.
ΣΩ. Όμως, φίλε μου, εκείνοι που ήτανε μέσα στο ιερό του Δωδωναίου Δία είπαν, πως οι πρώτοι μαντικοί λόγοι βγήκαν από μια δρυ. Στους ανθρώπους λοιπόν εκείνου του καιρού, επειδή δεν ήτανε σοφοί, όπως σεις οι νέοι, με την απλότητα που είχανε, τους ήταν αρκετό ν' ακούνε τη δρυ και το βράχο, φθάνει μονάχα να λέγανε αληθινά πράγματα. Όμως εσένα σε ενδιαφέρει ίσως, ποιος τα λέει και από ποιον τόπο είναι. Γιατί δεν εξετάζεις μονάχα τούτο, αν το πράγμα είναι έτσι ή αλλιώς.
ΦΑΙ. Σωστά με μάλωσες· και σε μένα φαίνεται πως με τα γράμματα συμβαίνει όπως λέει ο Θηβαίος.
ΣΩ. Όποιος λοιπόν νομίζει πως μέσα στα γραμμένα αφήνει για τους κατοπινούς καμμιά τέχνη, και όποιος πάλι παραδέχεται, πως από τα γραμμένα θα βγη τίποτε καθαρό και βέβαιο, θα είναι πολύ απλοϊκός, και πραγματικά δεν θα ξέρη εκείνο που προμάντεψε ο ¶μμωνας, αφού νομίζει πως οι γραμμένοι λόγοι είναι κάτι πιο πολύ από το να ξαναθυμίζουν τα πράγματα που λένε τα γραφτά σ' εκείνον που τα ξέρει.
ΦΑΙ. Πολύ σωστά.
ΣΩ. Γιατί αυτό δα το κακό, Φαίδρε, έχει το γράψιμο και μοιάζει μα την αλήθεια με τη ζωγραφική. Κι αυτής δα τα έργα στέκονται μπροστά σου σαν να είναι ζωντανά, αν όμως τα ρωτήσης, σιωπούνε με πολλή σοβαροφάνεια. Το ίδιο λοιπόν κάνουν και οι γραμμένοι λόγοι: πας δηλαδή να πιστέψης πως αυτοί έχουνε νόηση και μιλάνε, αν όμως τους ρωτήσης κάτι για κείνα που λένε, γιατί θέλεις να το καταλάβης, δηλώνουν ένα μονάχα πράγμα, το ίδιο πάντοτε. Και όταν μια φορά γραφτή, κυλιέται παντού κάθε λόγος, όμοια και σε κείνους που τον νοιώθουν, όπως και σε κείνους πάλι που καθόλου δεν τους ταιριάζει, και δεν ξέρει ο ίδιος να λέγη για ποιους είναι και για ποιους δεν είναι. Και όταν τον κακομεταχειρίζωνται και τον κακολογούν άδικα, πάντα έχει ανάγκη από τον πατέρα του για βοηθό· γιατί ο ίδιος δεν μπορεί ούτε ν' αμυνθή ούτε να βοηθήση τον εαυτό του.
ΦΑΙ. Και αυτά πολύ σωστά τα είπες.
ΣΩ. Και τι; Βλέπομε κανέναν άλλο λόγο, αυτού γνήσιο αδελφό, και με ποιο τρόπο γεννιέται και πόσο πιο καλός είναι απ' αυτόν και πιο δυνατός από τη φύση του;
ΦΑΙ. Ποιος είναι αυτός και πώς νομίζεις πως γίνεται;
ΣΩ. Αυτός που γράφεται με γνώση μέσα στην ψυχή του μαθητή, κι έχει τη δύναμη να υπερασπίση τον εαυτό του, και γνωρίζει σε ποιους πρέπει να μιλάη και σε ποιους να σωπαίνη.
ΦΑΙ. Εννοείς το ζωντανό και έμψυχο λόγο του γνώστη, κι αυτού του λόγου ο γραπτός σωστό θα ήταν να λέγεται ομοίωμα.
ΣΩ. Έτσι είναι ολωσδιόλου. Πες μου όμως αυτό εδώ· ο φρόνιμος γεωργός τους σπόρους που φροντίζει και θέλει να καρπίσουν, τι λες, τους σπέρνει στα σοβαρά το καλοκαίρι εις τους κήπους του Αδώνιδος, και χαίρεται όταν βλέπη πως αναδίνουν όμορφα μέσα σε οχτώ ημέρες; ή μήπως αυτά, όταν τα κάνη, τα κάνει από παιχνίδι και εξ αιτίας της γιορτής, ενώ μ' όσα καταγίνεται στα σοβαρά, εκεί μεταχειρίζεται τη γεωργική τέχνη, σπέρνει καθώς πρέπει και είναι ευχαριστημένος αν τον όγδοο μήνα ωριμάσουν όσα έσπειρε;
ΦΑΙ. Έτσι είναι, Σωκράτη μου, αυτά εδώ θα τα κάνη στα σοβαρά, τάλλα όμως γι' άλλο λόγο, γι' αυτόν που λες.
ΣΩ. Κι όποιος έχει τη γνώση για τα δίκαια και τα όμορφα και τα καλά, να ειπούμε πως αυτός έχει από το γεωργό λιγώτερο νου, για να καλλιεργήση τους δικούς του σπόρους;
ΦΑΙ. Με κανένα τρόπο.
ΣΩ. Δεν θα τους γράψη λοιπόν στα σοβαρά με μελάνι, σπέρνοντάς τους με τον κάλαμό του, και με λέξεις αδύναμες να βοηθήσουν τον εαυτό τους με λαλιά, κι αδύναμες να διδάξουν ικανοποιητικά την αλήθεια.
ΦΑΙ. Όχι βέβαια, έτσι φαίνεται.
ΣΩ. Όχι βέβαια. Αλλά τους κήπους με τα γράμματα, όπως φαίνεται, θα τους σπείρη και θα τους γράψη από παιχνίδι, αν τους γράψη και θησαυρίζοντας με βοηθήματα τη μνήμη του να τάχη και για τον εαυτό του, όταν θα φθάση στο γήρας που είναι όλο λήθη, και για όποιον ακολουθεί το ίδιο αχνάρι. Και θα χαρή όταν τους βλέπη να φυτρώνουν απαλά. Και τον καιρό που άλλοι καταγίνονται μ' άλλα παιχνίδια, και ποτίζουν τον εαυτό τους σε συμπόσια και σ' άλλα όσα είναι παρόμοια μ' αυτά, τότε αυτός, καθώς φαίνεται, αντίς μ' αυτά θα εξακολουθή να παίζη μ' εκείνα που λέγω.
ΦΑΙ. Πανώριο παιχνίδι βάζεις απέναντι σε τιποτένιο, Σωκράτη μου, το παιχνίδι εκείνου που μπορεί να παίζη με λόγους και να μυθολογή και για τη δικαιοσύνη και για τάλλα που ομιλείς εσύ.
ΣΩ. Έτσι βέβαια είναι, αγάπημένε μου Φαίδρε. Αλλά πολύ πιο όμορφος, νομίζω, γίνεται ο ζήλος γι' αυτά, όταν ένας, χειριζόμενος τη διαλεκτική τέχνη, παραλάβη καμμιά ψυχή πρόσφορη, και φυτέψη και σπείρη μέσα της λόγους με γνώση, που νάχουν τη δύναμη να βοηθούνε και τον εαυτό τους και το φυτευτή τους και να μην είναι άκαρποι, αλλά να φέρνουν καρπούς, κι απ' αυτούς να φυτρώνουν άλλοι μέσα σ' άλλες πάλιν ψυχές, και νάχουν τη δύναμη να διατηρούν αθάνατο μέσα τους το σπέρμα, και να φέρνουν ευδαιμονία σ' εκείνον που τους έχει, όσο τούτο γίνεται στον άνθρωπο.
ΦΑΙ. Αυτό το λες ακόμα πιο όμορφα.