3 Attachment(s)
Δοκιμή ομοαξονικών καλωδίων για ψηφιακό audio - Hors d'oeuvres...
Υποθέτω ότι έχει ήδη διαρρεύσει ότι στο avmentor.gr ετοιμάζεται μια συγκριτική δοκιμή ομοαξονικών καλωδίων για μεταφορά ψηφιακού σήματος. Έχουν μαζευτεί πολλά κι ενδιαφέροντα κομμάτια και αυτή είναι η περίοδος που ετοιμάζονται οι μετρήσεις. Υπάρχουν αρκετά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς και σκοπεύω να παρουσιάσω εδώ κάποια δείγματα της μεθοδολογίας που πιθανόν θα χρησιμοποιηθεί τελικώς.
Μια από τις πρώτες ιδέες για την αξιολόγηση μιας ψηφιακής γραμμής μεταφοράς είναι να εξαταστεί αν παίζει ρόλο στην μεταφορά ενός σήματος που έχει ήδη πρόβλημα από την πηγή. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να γίνει εισαγωγή θορύβου (ευρέως φάσματος) και να μετρηθούν τα σφάλματα τα οποία ανιχνεύονται στο ψηφιακό interface ενός dac στην είσοδο του οποίου συνδέεται το καλώδιο. Το ωραίο στην υπόθεση είναι ότι η μέτρηση των σφαλμάτων πρέπει να γίνει εσωτερικά στον dac με απευθείας data scoping στο σχετικό ολοκληρωμένο κύκλωμα. Όλα τα ψηφιακά interfaces (εδώ είναι ένα CS8412) έχουν τα σχετικά pins όπου εμφανίζεται λογικό "1" όταν ανιχνευθεί σφάλμα στο σήμα εισόδου. Η φωτό που ακολουθεί δείχνει την σύνδεση του λογικού αναλυτή επάνω στο τσιπ:
Attachment 578
Ακόμη και με σχετικώς ισχυρό θόρυβο, τα σφάλματα είναι σποραδικά. Για το λόγο αυτό η μέτρηση διαρκεί αρκετό χρόνο (εδώ, 60 δευτερόλεπτα) και μπορεί να βγεί ένας μέσος όρος ανα δευτερόλεπτο (ή ακόμη και ανά 1000 δείγματα, αφού ξέρουμε τον αριθμό των δειγμάτων που συνολικά έχουν περάσει). Αυτό που φαίνεται στον λογικό αναλυτή είναι κάτι τέτοιο:
Attachment 579
Ο ρυθμός των σφαλμάτων είναι οι παλμοί στα δύο τελευταία traces (#6 και #7) τα οποία αντιστοιχούν στα pins ERF και VERF του CS8412 (για όσους έχουν το data sheet)
Επειδή η οριζόντια κλίμακα είναι πολύ μεγάλη (1s/DIV) δεν είναι σαφές το τι ακριβώς γίνεται. Φαίνεται όμως καλύτερα εδώ:
Attachment 577
50μS μετά τον πρώτο κάθετο δρομέα εμφανίζεται ένα σφάλμα το οποίο αντιστοιχεί σε ένα λογικό "1" στα pins ERF και VERF. Το ψηφιακό interface κάνει αυτό που είναι προγραμματισμένο να κάνει: Επαναλαμβάνει το προηγούμενο δείγμα. Το δείγμα (δηλαδή η ψηφιακή λέξη) φαίνεται στο trace #5 και αντιστοιχεί στο δεξί κανάλι. Αυτό το καταλαβαίνουμε διότι εμφανίζεται κατά το λογικό "0" στο trace #4 όπου φαίνεται το σήμα στο pin FSYNC του interface. Το σήμα που αντιστοιχεί στο λογικό "1" είναι η λέξη του αριστερού καναλιού. Μπορείτε να επιβεβαιώσετε ότι είναι, όντως, το προηγούμενο δείγμα αν πάτε στο ακριβώς προηγούμενο "0" του FSYNC (κινούμενοι αριστερά) όπου φαίνεται ότι η αλληλουχία των (πολύ στενών) παλμών είναι η ίδια.
Κάποια νούμερα (τα οποία φυσικά αποτελούν πειραματικά αποτελέσματα ακόμη):
Καλώδιo RG59 (75Ω): 459 σφάλματα/min, 7.6 σφάλματα/sec
Καλώδιο RG58 (50Ω): 558 σφάλματα/min, 9,3 σφάλματα/sec
DUT #1: 510 σφάλματα/min, 8.5 σφάλματα/sec
DUT #2: 656 σφάλματα/min, 10.9 σφάλματα/sec
DUT #3: 464 σφάλματα/min, 7.7 σφάλματα/sec
2 Attachment(s)
Hors d'oeuvres, part 2: Eye Patterns
Ένα χρήσιμο εργαλείο (και ίσως το μοναδικό για το οποίο υπάρχει συγκεκριμένη προδιαγραφή όσον αφορά το πρωτόκολλο S/PDIF) είναι το διάγραμμα που ονομάζεται Eye Pattern. Αρχικώς φαίνεται κάπως πολύπλοκο αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η υπέρθεση της μιας ψηφιακής λέξης επάνω στην άλλη. Αν οι λέξεις είχαν απόλυτη χρονική ακρίβεια τότε θα συνέπιπταν και το διάγραμμα θα φαινόταν ως μονογραμμικό. Αν μάλιστα οι χρόνοι ανύψωσης των παλμών ήταν οι θεωρητικώς μηδενικοί, τότε το διάγραμμα αυτό θα ήταν δύο παράλληλες γραμμές. Ο προσδιορισμός του "οφθαλμού", στην περίπτωση των καλωδίων είναι πολύ απλός: Το υπό δοκιμήν καλώδιο συνδέει την έξοδο της γεννήτριας S/PDIF με την είσοδο του αναλυτή. Αυτό που πέρνουμε είναι κάπως έτσι:
Attachment 584
Το συγκεκριμένο διάγραμμα είναι ενός καλωδίου RG59. Στο διάγραμμα αυτό φαίνεται κατ' αρχήν το πλάτος του σήματος (τυπικά θα πρέπει να είναι 0.500mVpp, γιατί αυτή είναι η προδιαγραφή και αυτό το πλάτος έχει επιλεγεί). Στην συνέχεια, φαίνεται ο θόρυβος που μεταφέρεται από τη γραμμή (το πλάτος τον οριζόντιων τμημάτων είναι η ασάφεια που δημιουργεί ο θόρυβος καθώς προστίθεται στο σήμα) και, τέλος, μπορούμε να δούμε αν υπάρχει ασάφεια στον οριζόντιο άξονα, κυρίως στο σημείο διέλευσης από το μηδέν. Η ασάφεια στο σημείο αυτό είναι ένας από τους τέσσερεις διαφορετικούς τύπους jitter που μπορούμε να μετρήσουμε.
Ο κόκκινος οδηγός στο κέντρο του οφθαλμού είναι οι ελάχιστες προδιαγραφές που προτείνει το AES για την ασάφεια στην στάθμη (200mVpp) και την ασάφεια στον χρόνο (80nS). Όσο το σήμα βρίσκεται έξω από τα όρια αυτά (ο οφθαλμός είναι "ανοικτός") τότε το ψηφιακό interface θεωρείται επαρκές.
Οι μετρήσεις jitter για το συγκεκριμένο καλώδιο είναι:
Sampling Jitter: 1.15nS
Data Jitter: 1.07nS
Zero crossing Jitter: 0.4nS
Eye-narrowing jitter: 7.5nS
Ένα αρκετά ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου διαγράμματος είναι ο χρόνος ανόδου του. Ορίζεται κλασικά (ο χρόνος που απαιτείται για την κυματομορφή ώστε αυτή να φτάσει από το 10% της στάθμης της στο 90%) και είναι ένα δείγμα του πόσο "γρήγορη" είναι η γραμμή μεταφοράς. Η μέτρηση μπορεί να γίνει οπουδήποτε αλλά καλό είναι να χρησιμοποιήσουμε ένα σημείο που η κυματομορφή είναι πιο "καθαρή". Επιλέγοντας το preamble ενός από τα δύο κανάλια (το διάκενο μεταξύ των δεδομένων του ενός καναλιού από το άλλο) πέρνουμε ένα διάγραμμα σαν αυτό:
Attachment 583
Η μέτρηση μπορεί να γίνει στο μέτωπο του παλμού που προηγείται της "λέξης" η οποία ακολουθεί λίγο αργότερα.
Για το καλώδιο RG59 ο χρόνος ανόδου ήταν 24.8nS. Άλλες μετρήσεις:
RG58: 30.6nS
DUT1: 23.9nS
DUT2: 28nS
DUT3: 24.8nS
Οι παρατηρητικοί θα διαπιστώσουν, ίσως, ότι η στάθμη στη μέτρηση αυτή είναι πολύ υψηλότερη. Πράγματι, για να μειωθεί η παρουσία του θορύβου (και να γίνει η καμπύλη καθαρότερη και πιο σαφής) έχει επιλεγεί η υψηλότερη επιτρέπτή από το πρωτόκολλο S/PDIF στάθμη η οποία είναι 2.5Vpp.
3 Attachment(s)
Hors d'oeuvres, part 3: Χαρακτηριστική αντίσταση και Time Delay Reflectometry
Ένα από τα χαρακτηριστικά ενός καλωδίου μεταφοράς σήματος που μας ενδιαφέρει είναι η χαρακτηριστική του αντίσταση. Η χαρακτηριστική αντίσταση δεν σχετίζεται με την ωμική αντίσταση που το καλώδιο εμφανίζει σε σειρά αλλά με την κατανεμημένη αντίσταση την οποία παρουσιάζει συνολικά. Σε γενικές γραμμές είναι ανεξάρτητη του μήκους του και εξαρτάται από το υλικό και την δομή του. Η αντίσταση μιας γραμμής μεταφοράς καθορίζει τις αντιστάσεις εξόδου και εισόδου του πομπού και του δέκτη αντιστοίχως, οι οποίοι μετέχουν στην γραμμή. Για σήματα υψηλών συχνοτήτων αν οι αντιστάσεις αυτές δεν συμπίπτουν, εμφανίζονται ανακλάσεις οι οποίες οδεύουν στην γραμμή μεταφοράς παραμορφώνοντας το σήμα. Η χαρακτηριστική αντίσταση μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια αν γνωρίζουμε τις κατασκευαστικές παραμέτρους του αγωγού (διάμετρο αγωγού, διάμετρο μανδύα γείωσης και διηλεκτρική σταθερά του μονωτικού υλικού) αλλά φυσικά αυτά δεν είναι διαθέσιμα σε μια δοκιμή. Υπάρχουν, όμως, δύο έμμεσες μέθοδοι υπολογισμού που βασίζονται σε μετρήσιμα μεγέθη και απλές μαθηματικές σχέσεις. Η πρώτη περιλαμβάνει την αυτεπαγωγή και την χωρητικότητα του καλωδίου και η δεύτερη μια μεθοδολογία η οποία είναι γνωστή ως TDR (Time Delay Reflectometry) και βασίζεται στην χρονική καθυστέρηση με την οποία επιστρέφει στην αρχή του καλωδίου η ανάκλαση που γίνεται στο τέλος του, όταν αυτό δεν είναι τερματισμένο. Για να προσδιοριστεί ο χρόνος ανάκλασης απαιτείται ένα σήμα παλμών (συνήθως από μια γεννήτρια τετραγωνικού σήματος με μεταβλητό duty cycle) και ένας παλμογράφος. Το σήμα που παράγεται είναι κάπως έτσι:
Attachment 587
Με ένα καλώδιο συνδεδεμένο στην έξοδο της γεννήτριας και τον παλμογράφο στην είσοδο του καλωδίου αυτού, αν το άλλο άκρο δεν είναι τερματισμένο, είμαστε σε θέση να δούμε την ανάκλαση κάπως έτσι:
Attachment 586
Το συγκεκριμένο καλώδιο είναι RG58 και με μήκoς 1.8μ και η παραπάνω εικόνα αναδεικνύει ένα πρόβλημα: Η συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι σχεδιασμένη με βάση τις ανάγκες των τηλεπικοινωνιών όπου οι συχνότητες είναι πολύ υψηλές (και τα αντίστοιχα όργανα έχουν ανάλογες επιδόσεις) και τα μήκη των καλωδίων πολύ μεγάλα (από δεκάδες μέχρι χιλιάδες μέτρα). Mε συχνότητα 10MHz, duty cycle 10% και μήκος αγωγού κάτω από τα 2μ, η ανάκλαση επιστρέφει πριν τελειώσει ο αρχικός παλμός. Στο συγκεκριμένο καλώδιο αυτό είναι εμφανές και μετρήσιμο αλλά ως μέθοδος δεν είναι επαρκής. Η δοκιμή θα έχει καλώδια με μήκος μικρότερο του μέτρου. Μια ενδιαφέρουσα λύση στο πρόγραμμα είναι να κατασκευάσουμε μια γραμμή μεταφοράς "βάσης" με αρκετό μήκος (πάνω από 4μ) στο τέλος της οποίας προσαρτούμε το υπό μέτρηση καλώδιο. Η ανάκλαση, τώρα, φαίνεται κάπως έτσι:
Attachment 585
Η αρχική εκπομπή διαχωρίζεται σαφώς από την ανάκλαση και αυτό που μας ενδιαφέρει πλέον δεν είναι ο χρόνος μεταξύ των δύο, αλλά η διαφορά χρόνου που μετράμε με και χωρίς το υπο δοκιμήν καλώδιο προσαρτημένο στο τέλος της. Για παράδειγμα, με καλώδιο RG59, αν ο χρόνος επιστροφής της ανάκλασης είναι 48.2nS χωρίς το καλώδιο και 64.4nS με το καλώδιο, ο χρόνος που αντιστοιχεί στο τελευταίο είναι 16.2nS, τιμή η οποία ισοδυναμεί με χαρακτηριστική αντίσταση 73.1Ω, τιμή η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στα 73.9Ω που υπολογίζονται με βάση την χωρητικότητα και την αυτεπαγωγή του καλωδίου.
συγκριτική δοκιμή καλωδίων: το απαραίτητο (όπως φαίνεται...) f.a.q.
Όπως ήταν αναμενόμενο (και με βάση την ανάδραση που υπήρξε) η δοκιμή των καλωδίων S/PDIF δημιούργησε κάποιες απορίες. Η λίστα που ακολουθεί περιλαμβάνει αυτές που ακούσαμε περισσότερες φορές (αν και κάποιες δεν θα έπρεπε να έχουν καν διατυπωθεί, αφού εξηγούνται στο κείμενο της δοκιμής -τέλος πάντων). Αν υπάρχει κάποιο ερώτημα που δεν απαντάται εδώ, μπορείτε να το στείλετε με pm, ώστε να το προσθέσουμε στη λίστα.
1. Γιατί δεν περιλαμβάνεται το “x” ή το “y” καλώδιο στη συγκεκριμένη δοκιμή;
Παγίως, ειδοποιούμε για κάθε δοκιμή όλους τους γνωστούς σε εμάς εισαγωγείς και κατασκευαστές. Αν διαπιστώσατε κάποια απουσία, αυτή είναι κατόπιν επιλογής τους. Η επιλογή αυτή μπορεί να έχει διάφορες αιτίες τις οποίες εμείς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε.
2. Τελικώς το τεστ αποδεικνύει ότι υπάρχουν διαφορές;
Πράγματι, η διαδικασία και τα αποτελέσματα που προέκυψαν δείχνουν ότι υπάρχουν μετρήσιμες διαφορές μεταξύ των καλωδίων της δοκιμής. Επίσης, φαίνεται να υπάρχουν και ακουστές διαφορές, όπως αποδεικνύει η δοκιμή A/B/X (η οποία -όπως αναφέρεται και στο κείμενο δεν καλύπτει τις προδιαγραφές μιας τυφλής δοκιμής, όσον αφορά στη δυνατότητα προβολής στο γενικό πληθυσμό, είναι όμως ενδεικτική), χωρίς να μπορεί να γίνει σαφές που οφείλονται οι διαφορές αυτές.
3. Αφού υπάρχουν διαφορές, ποιο καλώδιο είναι το καλύτερο; Γιατί δεν γίνεται σαφές;
Η δοκιμή έδειξε ότι οι διαφορές είναι εξαιρετικά μικρές. Χρειάστηκε πολύς χρόνος και επαναλήψεις για να μπορέσουμε να επιτύχουμε ικανοποιητικά σκορ στη δοκιμή A/B/X, όπου η αναφορά ήταν ένα απλό εργαστηριακό καλώδιο RG59. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όμως, βρήκαμε ότι οι διαφορές είναι διαφορές σε χαρακτήρα, πραγματικά ανεπαίσθητες. Κανένα καλώδιο δεν αποδείχθηκε ανεπαρκές, ή υποδεέστερο από το RG59 κατά τις ακροάσεις. Αν κάποιος θέλει να επιλέξει το “καλύτερο”, από τεχνικής άποψης, θα προτείναμε να αναζητήσει έναν βέλτιστο συνδυασμό των εξής χαρακτηριστικών: Χαμηλή χωρητικότητα, χαμηλό sampling και data jitter, μικρό χρόνο ανόδου και αντίσταση κοντά στα 75Ω. Επιπροσθέτως, στα κείμενα της δοκιμής τα καλώδια που ξεχωρίζουν, κατά την άποψή μας, σε κάθε κατηγορία τιμής (αλλά και συνολικά) αναφέρονται ρητώς.
4. Ποιο, ακριβώς, είναι το νόημα του περιθωρίου σφάλματος στη δοκιμή Α/Β/Χ;
Όσο χαμηλότερο είναι το σφάλμα τόσο πιο εύκολα μπορέσαμε να ξεχωρίσουμε το καλώδιο από το RG59 που έπαιζε το ρόλο της αναφοράς, με άλλα λόγια τόσο μεγαλύτερες είναι οι διαφορές που ακούσαμε. Πέραν αυτού, θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει το σφάλμα αυτό ως μια μορφή “ζύγισης” της αξίας των εντυπώσεων ακρόασης. Μεγάλα ποσοστά σφάλματος θα μπορούσαν να μεταφραστούν ως αβεβαιότητα του δοκιμαστή για τις εντυπώσεις του.
5. Υπάρχει συσχετισμός τιμής και επιδόσεων/ηχητικής ποιότητας;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι “όχι”. Δεν φάνηκε να υπάρχει κάποιος απλός συσχετισμός μεταξύ της τιμής των συγκεκριμένων δοκιμίων, τις συνθήκες της δοκιμής και του αποτελέσματος. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η δοκιμή δεν ήταν αρκετά ευαίσθητη για να αναδείξει διαφορές που υπάρχουν, επομένως χρειάζεται περισσότερη έρευνα και δουλειά προς την κατεύθυνση αυτή. Αντίλογος σε αυτό είναι ότι δεν έχει προταθεί μέχρι σήμερα (από πουθενά) καμία μεθοδολογία αξιολόγησης που να είναι πιο ευαίσθητη, πλην των αυθαίρετων υποκειμενικών κρίσεων, χωρίς μάλιστα μηχανισμό επιβεβαίωσης. Μέχρι νεωτέρας, θεωρούμε ότι η δοκιμή, ως έχει, είναι επαρκώς ευαίσθητη για την χρήση για την οποία προορίζεται, να αποτελέσει, δηλαδή, μια συμβουλευτική διαδικασία κατά την αγορά ενός τέτοιου καλωδίου.
6. Θα ήθελα να δω αναλυτικές μετρήσεις για κάθε καλώδιο. Υπάρχουν;
Με εξαίρεση τη μέτρηση η οποία γίνεται συχνά σε γραμμές μεταφοράς και ονομάζεται BER (Bit Error Rate) και η οποία απαιτεί πολύ χρόνο (της τάξης της ώρας) και ειδικό εργαστηριακό εξοπλισμό και την μέτρηση αποτελεσματικότητας της θωράκισης (για τον ίδιο λόγο) πραγματοποιήσαμε όλες τις μετρήσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν σε ένα καλώδιο. Μπορείτε να τις βρείτε συγκεντρωμένες στα αντίστοιχα PDF και σε σύγκριση με το καλώδιο αναφοράς (RG59)
7. Γιατί το jitter δεν είναι μετρημένο σε pS;
Αν και η “κανονική” μέτρηση του jitter περιλαμβάνει μονάδες χρόνου, αυτή η έκφραση δεν είναι πρακτική όταν θέλεις να συγκρίνεις επιδόσεις με διαφορετικά clock rates. Για τον λόγο αυτό υπάρχει μια αδιάστατη μονάδα, το UI (Unit Interval) η οποία, όμως, έχει άμεση σχέση με τις θυρίδες χρόνου οι οποίες ορίζονται στο σήμα S/PDIF. Κάθε frame του σήματος έχει 128UIs και το κάθε UI έχει διάρκεια που υπολογίζεται από την μαθηματική έκφραση: 1/(128xFs), όπου Fs η συχνότητα δειγματοληψίας του σήματος. Αυτό σημαίνει ότι στα 44.1kHz το UI έχει διάρκεια 177nS και στα 88.2kHz έχει διάρκεια 89nS. Από τις τιμές αυτές μπορεί κανείς να μεταφερθεί με απλούς υπολογισμούς από τα UIs στα pS
8. Γιατί το jitter δεν είναι μετρημένο ως μέγεθος RMS;
Τόσο η μέτρηση σε peak to peak όσο και η μέτρηση σε RMS είναι αποδεκτές. Η δεύτερη τείνει να δίνει περισσότερο κολακευτικές, δηλαδή χαμηλότερες, τιμές. Η δεύτερη, σύμφωνα με κάποιες απόψεις, περιγράφει καλύτερα το φαινόμενο του jitter, καθώς αποτελεί μια έκφραση μιας περιοχής (από κορυφή σε κορυφή) μέσα στην οποία υπάρχει αβεβαιότητα για την θέση της κυματομορφής την οποία μετράμε. Προφανώς, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι δύο αλλά συγκρίσεις μπορούν να γίνουν μόνο μεταξύ τιμών εκπεφρασμένων με τον ίδιο τρόπο. Η μια τιμή μπορεί να εκφρασθεί συναρτήσει της άλλης, όχι όμως με απλή μαθηματική σχέση.
9. Δεν είναι βασικό πρόβλημα το ότι πολλά καλώδια δεν πληρούν την απαίτηση των75Ω +/-5%;
Θεωρητικώς, πράγματι η απόκλιση από την τιμή των 75Ω είναι κάτι που θα πρέπει να καταλογιστεί στα μειονεκτήματα ενός καλωδίου. Στην πράξη, κάποια από τα καλώδια δεν πληρούν ούτε τις υπόλοιπες βασικές προδιαγραφές του πρωτοκόλλου S/PDIF, οι οποίες ορίζουν το καλώδιο μεταφοράς του σήματος να είναι ομοαξονικό και θωρακισμένο. Η ίδια η προδιαγραφή φαίνεται να αφήνει διάφορα περιθώρια, “απαιτώντας” 75Ω αλλά “επιτρέποντας” βύσματα RCA (για λόγους απλότητας και κόστους). Η γενική εικόνα είναι ότι, καλώς ή κακώς, υπάρχει μια σχετική κεκτημένη ελευθερία στο θέμα αυτό. Από την στιγμή που υπάρχουν καλώδια που πληρούν την προδιαγραφή, ο καταναλωτής είναι ελεύθερος να επιλέξει.
10. Το “x” καλώδιο έχει πολύ χαμηλή/υψηλή αντίσταση και κάποια δεν έχουν μετρηθεί καθόλου. Γιατί;
Υπάρχουν δύο τρόποι προσδιορισμού της χαρακτηριστικής αντίστασης: Ο θεωρητικός υπολογισμός με βάση τα υλικά και τη γεωμετρία και η απευθείας μέτρηση. Η δοκιμή περιέλαβε τον δεύτερο τρόπο προσδιορισμού (με μέτρηση). Η μέτρηση περιλαμβάνει τους ακροδέκτες του καλωδίου καθώς και την στιγμιαία γεωμετρία του (το σχήμα που έχει πάρει κατά τη μέτρηση) η οποία μπορεί ή όχι να επηρεάζει. Κατά τις μετρήσεις όλα τα καλώδια τοποθετήθηκαν έτσι ώστε να σχηματίσουν ένα “U” προσομοιώνοντας την σύνδεση μεταξύ δύο συσκευών, με σεβασμό στην ελάχιστη γωνία κάμψης η οποία αναφέρεται στους σχετικούς πίνακες. Η όλη διαδικασία βασίζεται σε ένα μοντέλο καλωδίου που είναι κυλινδρικό/ομοαξονικό. Αυτό σημαίνει ότι κάποια καλώδια της δοκιμής δεν προσαρμόζονται καλά στο μοντέλο αυτό και οι μετρήσεις είναι πιθανόν να έχουν μεγάλες αποκλίσεις. Σε όσα από αυτά ήταν προφανές ότι δεν ανήκουν στην κατηγορία του ομοαξονικού, δεν δημοσιεύονται οι μετρήσεις. Κάποια άλλα δεν ήταν προφανές ότι πληρούν τον χαρακτηρισμό και σε αυτά επιλέξαμε να αφήσουμε την μέτρηση.
11. Τι σημαίνει ότι το “x” καλώδιο είναι αργό; Που έχει επίπτωση αυτό; Τι σημαίνει ότι το “x” καλώδιο δεν είναι κατάλληλο για υψηλά bitrates;
Ένα αργό καλώδιο είναι αυτό που έχει σχετικώς μεγάλο χρόνο ανόδου στη σχετική μέτρηση. Από μόνος του ο χρόνος ανόδου δεν φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο, αποδεικνύεται όμως παράγοντας ποιότητας όταν το καλώδιο κληθεί να μεταφέρει μεγαλύτερα clock rates. Στην περίπτωση αυτή τα περισσότερα “αργά” καλώδια έτειναν να πλησιάσουν κοντά στο όριο ανοίγματος του οφθαλμού που επιτρέπει το AES (και σημειώνεται στο σχετικό διάγραμμα με ένα κόκκινο παραλληλόγραμμο). Τα καλώδια αυτά φαίνεται ότι δεν είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για τη μεταφορά σημάτων πάνω από τα 44.1/48kHz, δηλαδή για σήματα 88.2/96kHz.
12. Τι είναι η μέτρηση των σφαλμάτων και τι σημαίνει για την ποιότητα ενός καλωδίου;
Όπως περιγράφεται και στο κείμενο, είναι μια προσπάθεια να διερευνηθεί το αν υπάρχει συσχετισμός μεταξύ του καλωδίου και του υπόλοιπου ψηφιακού interface όταν αυτό λειτουργεί στα όριά του από πλευράς θορύβου. Στην πράξη, το interface αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό στο θόρυβο και τα αποτελέσματα δεν φαίνεται να έχουν κάποια γενική αξία (αν και κάποια -ελάχιστα- καλώδια φάνηκε να δημιουργούν ένα σύστημα μεταφοράς πιο ευαίσθητο από άλλα εμφανίζοντας περισσότερα λάθη). Όπως φαίνεται και από τα κείμενα της δοκιμής η συγκεκριμένη μέτρηση δεν χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά στην αξιολόγηση.
13. Ποια είναι η αξία των ηχογραφημένων listening sessions; Τι μπορώ να κάνω με αυτά;
Τα ηχογραφημένα sessions είναι μια καλή περιγραφή του ηχητικού αποτελέσματος που πήραμε όταν συνδέσαμε το Esoteric P70 με το D70 και κάναμε ακροάσεις. Είναι πιθανόν ότι δεν θα ταυτίζονται με το αποτέλεσμα που θα πάρει κανείς αν χρησιμοποιήσει άλλες συσκευές είναι, όμως, ενδεικτικά του τι μπορεί να περιμένει κανείς. Είναι επίσης τα sessions τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την πραγματοποίηση της δοκιμής A/B/X, επομένως μπορεί κανείς να την επαναλάβει και να συγκρίνει τα αποτελέσματα με αυτά που δημοσιεύονται στους αντίστοιχους πίνακες.