-
π.Φ.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπο ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσια και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.
Ακόμα λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα
χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε μένανε πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.
Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ* (επιβατικό πλοίο)
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ* κρατούσε το Ζουρνάλ,** (Ρωσίδα ζωγράφος. /το ημερολόγιο)
και την Αγία της Άβιλας* παράφορα αγαπούσε, (Ισπανίδα Αγία)
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της Άμμου.
Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».
Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...
Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...
Νίκος Καββαδίας. 'Μαραμπού'
http://www.smiley.cy.net/tsymeo/poetry-3.htm
-
Γ. Σκαρίμπας.
ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ
Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.
Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.
Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.
Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ’ αποτυχημένα μου έργα
- εμβατήρια!
Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.
Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…
Το εισιτήριο
(Το ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ !!!)
ΝΑΝΑΙ σαν νάμουν έτοιμος. Και νάναι
Σαν νάχω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
Μεσ’ στους καπνούς του –όρνιο- ένα καράβι.
Κι εγώ να ψάχνουμαι εδωχάμω. Και όλο- όλο
…το … ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ να λέω σύντρόφοι ωραίοι!…
και να μην έρχεται μια βάρκα έως το μώλο
να μην φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι…
Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!.. Να τρέμει
- ζαγάρι εντός μου- η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι
Μετέωρο – μες στις αχλές του- το βαπόρι…
Ω διάολε!… όλα νάχουν χαθεί και νάχουν πάει
Κι οι άνθρωποι δραπετεύσει από τους τόπους
Κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει
Χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους…
Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο. Και όλο
Να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω
- κι όλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο
και όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω…
Ο σταθμάρχης
ΘΟΛΩΝΕ το βράδυ και το τραίνο είχε έμβει
Στον ερημικό σταθμό βαρύ και ατόφιο
Λες τόχε τυλίξει σ’ άχνά πέπλα η ρέμβη
Έτσι ως ξάφνου στάθηκε ακίνητο και ψόφιο.
Σήμανε η καμπάνα κι έτριξαν οι θύρες,
Ούρλιάξε ένα σφύριγμα και αυτό εκινήθη
Πλάι σε μια παράτα αγερώχες φιλύρες
Πού κώπηλατούσαν –λες στητές- στη λήθη.
Λίγο ακόμα κι όργιο – αρθρωτή γουστέρα-
Θάφευγε ως είχ’ έρθει μες των ατμών τολύπη
Κι εγώ πάλι μόνος στη θλιμμένη εσπέρα
Με συντρόφισσά μου, θάμενα, τη λύπη.
………………………………………………...........
Άξαφνα ως γλυστρούσε – σ’ ένα παραθύρι
Ένα χέρι εξαίσιο μούγνεψε και πάει
Μια σειρά άσπρα δόντια , δυο μάτια σαπφείροι
Μούστειλαν – φίλημα στα χάη!
Έμενα … Η μέρα είχε κιόλας φύγει,
Του σταθμού μου, γύρω, η ερημία αλύχτα∙
Κείνες οι φιλύρες πήγαιναν με ρίγη
Και με βήμα στράτι-ωτικό στη νύχτα…
Ω, έσύ, κυρά∙ χέρι, δόντια , μάτι∙
Όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη,
Έδωσα σινιάλο – το κ α θ ή κ ο ν- για τη
Διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…
Το βαλς χωρίς ντάμα
ΩΡΑΙΑ διασκεδάσαμε, κυρία, στο σπίτι
(συνέχεια στης νύχτας τ’ αμίλητα μάκρη)
με τουτ’ τη λίγον τι βαμμένη μου μύτη
στην άκρη
Εγώ, μπρος στο φίνο σου χαμογέλιο
Κι εσύ μπρος σ’ αυτό το άναυδο φρύδι,
Περίεργο επαίξαμε – οι δυο μας- και τέλειο
Παιγνίδι.
Στα μούτρα μου απόμεινε ύστερα χρώμα
Βαθύ ροζ απ’ τα χείλη σου, Μα εμένα, Κυρία
Σε κυττάνε ακίνητο το μπλάβο μου όμμα
Και κρύα..
Ω νάχα κι εγώ μεσ’ στο στήθος καρδίτσα
(και όχι, για να κρούω τις φούχτες, μια σούστα)
αχ πως θα στην έπιανα καρφίτσα- καρφίτσα
τη φούστα.
Και πως, τα μαλλάκια σου μπούκλα τη μπούκλα
Ωραία θα στάφιαχνα –με κόπτσες και τέλια-
Σε στυλ Πομπαδούρ να σ’ είχα μια κούκλα
Μου τέλεια.
Μα εγώ στης πνοής σου για να φτάσω το μύρο,
Των ποδιών μου πατώ – στο κενό – στις μυτίτσες
Και αχ στην κλωστή μου πόσες φέρνω τριγύρω
Βολτίτσες.
Θεέ μου, θα κλάψω! Στροφές χωρίς ντάμες
- με τέζα τα χέρια μου- με σφάζει μια ζήλεια
στον αέρα να φέρνω, και νάχω παλάμες
δυο ζύλια..
Ο καμπούρης
Θα της άρεζα φαίνεται και με είχε πάρει
Για τις ιδέες μου που έχω, τις μπρούσκες
Έτσι με των γλουτών μου (ως είμαι) τις φούσκες
Ζευγάρι.
Μα εγώ πιάστηκα στου έρωτά της την πιάκα
Με τα (έως τα γόνατα κοντά μου) παντζάκια,
Και – αχ- για δαύτη μου, πόσα πίνω φαρμάκια
Τη μπάκα.
Του κάκου μεσ’ στ’ άλλα μου της τσέπης τουμλέκια
Είχα εγώ –να τα βλέπει- σουγιά και σφυρίχτρα,
Η φωνή μου (σαρμόνικα) ηχούσε – η μπήχτρα-
Γυναικεία!
Το λοιπόν; Να, τούτης μου κακώχω της μούρης
Της σπανής να μπορώ να αγαπώ χωρίς γένια,
Και με γάμπες γυμνές να είμαι – μ’ ευγένεια-
Καμπούρης…
Ωωω… τα’ άνθη τ’ αγκάθια, όλα έρχονται στη φύση
Κι όλα φεύγουν στην ώρα τους. ( Την τύχη τους νάχα…)
Εγώ τι; Στη ζωή, έχω βιαστεί νάρθω τάχα
Ή αργήσει;
μίας που τα βιβλία του δεν τα έχω στο γραφείο (θα έβλεπα και ακριβώς να τα 'αποδώσω')
http://www.poiein.gr/archives/243/index.html
Υ.Γ. Το 'Ουλαλούμ' νομίζω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί με απλή ανάγνωση.
-
'Ουλαλούμ'. μιά προσπάθεια…
http://www.youtube.com/watch?v=n4JhBueyBpo
(μπράβο! για το φιλμάκι.)
Στη νορμάλ -ακουστικά- έκδοση.
http://www.youtube.com/watch?v=qNQFSNmuibg
(cd -που έχω- 'Το φανάρι του Διογένη'.
(προσεχώς μπορεί να ανέβουν και άλλα από αυτό το cd)
-
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ !
'ΚΑΫΜΟΙ ΣΤΟ ΓΡΥΠΟΝΗΣΙ'
http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/gryponisi/1.html
*Τράτα Κουλουριώτικη
** Ο Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης
* Ο διάβολος στην Κάβιανη
* Ο Βοϊδάγγελος
-
.
.
.
.
.
Κώστας Καρυωτάκης
Ο ποιητής της θλίψης
http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkad...ies/kariot.htm
Αποστροφή.
Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.
Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.
Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.
Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.
Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».
Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!
Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...
Σε παλαιό συμφοιτητή.
Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.
Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.
Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.
Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.
απόσπασμα βιογραφίας.
Αισθανόμενος απέχθεια για την κρατική γραφειοκρατία την καυτηριάζει συχνά. Αυτό του στοιχίζει αντιπάθεια και διώξεις από τους ανωτέρους του,
με αποτέλεσμα να μετατεθεί πολλές φορές στην επαρχία...
Δημόσιοι υπάλληλοι.
Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)
Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
Και μονάχα η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι
Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, του ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.
Πρέβεζα.
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
...
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας (έστω) επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
http://www.youtube.com/watch?v=hp8EM0N8MZQ
απόρεια από τη βραχύβια σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη είναι το τραγούδι αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=7ylNU4Bc_-0
σ.σ. η εκδοχή αυτή ανεβαίνει για το φιλμάκι
η ερμηνεία που προτιμώ είναι εδώ:
http://www.youtube.com/watch?v=FWclPnKPTX0
-
10 Attachment(s)
1. Οι καλοί τρόποι υπαγορεύουν το
Γεία σας!
(αν και θα ξαναφύγω για λίγο)
2. τρείς φορές ξεκίνησα να γράψω το ποστ, αλλά δεν με άφησαν…
(+2 σκρατσαρίσματα !! φτού...!!)
Άσχετο.
Νικόλας Άσιμος. 'Λίνα'
http://www.youtube.com/watch?v=CFhEYHKTyvA
πια δεν έχω χρόνο να σας* εξηγώ
δύσκολα τελειώνω ότι αγαπώ.
*τουλάχιστον στη σύνταξη/τάξη των κειμένων μου.
.
.
.
.
.
Λάμπρος Πορφύρας
(Ένας ...Αδύνατος Πολεμιστής.../ http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=376)
Τὰ ἐρημοκκλήσια
Εἶναι στὰ ἐρημοκκλήσια ποὺ γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγίες, χλωμὲς εἰκόνες,
καὶ μοναχὰ ἀγαπᾶνε τὰ ἀγριολούλουδα -
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ἀνεμῶνες.
Σὰ θυμιατήρια ἀγροτικὰ κ᾿ ἐφήμερα,
σκόρπια ἢ δεμένα σ᾿ ἄτεχνο στεφάνι,
τὴν ἄνθινή τους τὴν ψυχὴ σκορπίζουνε
ψυχομαχώντας σ᾿ ἄυλο λιβάνι...
Ἄχ, ὅποιος πάει ἐκεῖ μὲ τ᾿ ἀγριολούλουδα,
στὸ πρῶτον ἄγγιγμά του ἀνοίγει ἡ πόρτα,
ποὺ ὁλόγυρα οἱ φωλιὲς τὴν ἐπλουμίσανε,
τῆς λησμονιᾶς τὴν κέντησαν τὰ χόρτα.
Ἀνοίγει ἡ πόρτα ἔτσι ὅπου συνήθισε
νὰ τὴν ἀνοίγῃ μόνον ὁ ἀγέρας -
σάμπως νὰ τὴν ἀνοίγῃ ἡ Παναγιὰ
μὲ τὴν ἀνησυχία γλυκειᾶς μητέρας,
χαροκαμμένης γριᾶς, ποὺ τὴ λησμόνησαν
στὸ ἔρμο φτωχικό της καὶ προσμένει
κάποιους νἀρθοῦνε πέρ᾿ ἀπὸ μία θάλασσα
αἰώνια σκοτεινή, φουρτουνιασμένη...
Φωνὲς τῆς θάλασσας
(απο καιρό...)
Πιὲ στοῦ γιαλοῦ τὴ σκοτεινὴ ταβέρνα τὸ κρασί σου,
σὲ μι᾿ ἄκρη, τώρα π᾿ ἀρχίσαν ξανὰ τὰ πρωτοβρόχια,
πιέ το μὲ ναῦτες καὶ σκυφτοὺς ψαράδες ἀντικρύ σου,
μ᾿ ἀνθρώπους ποὺ βασάνισε κι ἡ θάλασσα κι ἡ φτώχεια.
Πιέ το ἡ ψυχή σου ἀξέννοιαστη τόσο πολὺ νὰ γίνει,
ποὺ ἂν ἔρθ᾿ ἡ Μοῖρα σου ἡ κακιὰ νὰ τῆς χαμογελάσεις,
καημοὶ καινούργιοι ἂν ἔρθουνε μαζί σου ἂς πιοῦν κι ἐκεῖνοι,
κι ἂν ἔρθει ὁ Χάρος, ἥσυχα κι αὐτὸν νὰ τὸν κεράσεις.
απο εδώ:
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poe...yras_poems.htm
.
.
.
.
.
Φωτογραφίες.
φ1. ο καπετάνιος Παναγιώτης Βελέκος (ή κάβουρας) στο καΐκι του την 'Ευαγγελίστρια'.
φ2. ο καπετάνιος Στέλιος Μαργιόλας με την 'Αρχόντισσα', όπως αποκαλεί την κυρά του, στην αυλή του σπιτιού του.
[Ο καπετάν Στέλιος στις δεκαετίες του 50 κ' ’60 γύριζε σε όλο το Αιγαίο τιμονεύοντας την τράτα του. (φωτ.2Α)
Ένα τρεχαντήρι 15μ. που στα μάτια τα δικά μας -πιτσιρίκια εκείνη την εποχή- φάνταζε σαν το θωρηκτό Αβέρωφ.
Θυμάμαι που κολυμπούσαμε στα 'ανοιχτά' που το 'έδενε' (το Χαλκ. -ψαροχώρι εκείνα τα χρόνια- δεν είχε 'λιμάνι' και τα νερά στον -τότε- μικρό, ξύλινο, μώλο (*) δεν σήκωναν την τράτα)
και σκαρφαλώναμε πάνω του από την αλυσίδα της άγκυρας για να βουτήξουμε από τις σκαλιέρες των ξαρτιών στην -τότε- πεντακάθαρη θάλασσα.
Τώρα ο καπεταν Στέλιος -87 ετών σήμερα- καθαρίζει κάθε απόγευμα ότι έχει απομείνει από τα δίχτυα του περιμένοντας το μεγάλο ταξίδι που, προσωπικά, του εύχομαι να αργήσει.]
φ3, φ4, φ5. 'Αφρόεσσα Μαρία'
(συριανό σπαθάτο σκαρί 10.60μ. κ’ 40 περίπου ετών. βάναυσα θα έλεγα κοκκοποιημένο/νη. Αμέλεια, ψυχολογική κούραση, κ.λπ.
Τρία + χρόνια ψήνω τον ιδιοκτήτη. Φέτος μου είπε πως ναι. Θα πουλήσει την άδεια αλιείας και θα την/το δώσει. Ίδωμεν… Πάντως, εν γνώσει μου, θέλει πολύ δουλειά.
Το όνομα θα παραμείνει.
+ θα ξαναδεί τη Σύρο; )
φ6, φ8, φ9.
Ο 'Γερό-Διαμαντής'.
Συριανό και αυτό, σπαθάτο και αυτό, σκαρί …80 (!) περίπου ετών, άριστα συντηρημένο. 15Μ.
Τρία χαμηλά σπιράγια (υπερκατασκευές) και αρμονία!. (κοιτάξτε και τη χλαπάτσα δεξιά του και θα καταλάβετε)
Ένα από τα καλύτερα που υπάρχουν σήμερα και το καλύτερο από όσα έχω δεί από κοντά.
(η Αφρόεσσα είναι στα ίχνη του.)
*φ.13 Ο τσιμεντένιος, τώρα πια, μώλος, ενσωματωμένος μέσα στο λιμάνι.
Σύνδεσμος.
http://www.naftotopos.gr/index.php?o...d=71&Itemid=65
Φίλμ.
(δεν υπάρχουν πολλά. μάλλον κανένα.)
αφού ξεπεράσετε το σοκ των πρώτων 12’’ (γαμ@ την ΕΟΚ και την κυβέρνηση/σεις) δείτε στο πρώτο λεπτό πως ταξιδεύει με 8 ή 10 μποφόρ ένα τρεχαντήρι.
Στο 51’’ πατήστε STOP! Η γάστρα -σκαρί εκτοπίσματος !- σχεδόν έξω από το νερό.
Μόνο ένα Hatteras ή Bertram -και δει από τα παλαιά- μπορούν να το κάνουν αυτό. (να ταξιδεύουν δηλ. με 8-10 μποφόρ)
Με τα άλλα, τα πλαστικά, τις κλασομπανιέρες των shows, σαν τούρτες αμυγδάλου (κάτι δηλ. σαν τα shows του audio) με τις γκόμενες για κερασάκι στο κατάστρωμα -κάνουν, δήθεν, ηλιοθεραπεία- ξεχάστε το γιατί θα πνιγείτε.
http://vimeo.com/9211328
.
.
.
-
10 Attachment(s)
Γεία σας!
Μ.Φ. post 137. (αν και θα ξαναφύγω για λίγο)
τελικά έλειψα αρκετά. (ίσως όχι για εσάς :))
όμως οι δουλειές* στην Παράγκα (που δεν τελείωσαν) με κράτησαν έξω από το κλεινόν (σήμερα; ) άστυ λίγο περισσότερο.
Για να είμαι ειλικρινής, έχω μπει στον πειρασμό -και το σκέπτομαι- για να την κάνω πιο μόνιμα.
Έστω και όχι άμεσα.
(*όταν λέω δουλειές μη φαντάζεσθε τίποτα σπουδαίο. απλώς αντικατεστάθη ο παλιός -25ετίας- ξύλινος φράχτης, επισκευάστηκαν τα τσιμεντένια κολονάκια,
υψώθηκε η πίσω βεράντα από την επιφάνεια του εδάφους, και κάτι άλλα ψιλά…βαψίματα κ.λπ.)
Εκτός όμως από τις δικές μου δουλειές, δουλειές είχε και ο Δήμος.*
Όχι ο φίλος μου. -που έχω αναφερθεί. Ούτε αυτός με το καριοφίλι. Ο άλλος, ο κανονικός. (της επικράτειας)
(*δυστυχώς από πρώην κοινότητα. Να δούμε τώρα με τον Καλλικράτη πόσα 'καλά' θα μας κρατήσουν.
Στον Καποδίστρια -νόμος του ιδίου κόμματος*- δώσαμε-δώσαμε!)
* πολιτικού κόμματος εννοώ. μην πάει το μυαλό σας π.χ. εδώ: http://www.google.gr/imgres?imgurl=h...B4mL4Abp6ejdBg :))
Ο οποίος Δήμος αποφάσισε να αλλάξει -ριζικά- την πλατεία αλλά και τον παραλιακό δρόμο (μη φαντάζεστε καμία μεγάλη κίνηση)
με πέτρες (στο πεζούλι) κ’ κυβότουβλα και -δήθεν- να τον πεζοδρομήσει θέλοντας να κάνει το Χαλκούτσι …Νίκαια. Λολ. Λολ.
(φ.14, φ.15, φ.16)
Και όταν λέω Νίκαια δεν μιλάω για αυτήν του Πειραιά αλλά της Γαλλίας. (Nice) Lol
Φυσικά όχι με το αζημίωτο…
να βγάλουμε και εμείς το κάτι τις μας. Τα ξέρετε αυτά, φαντάζομαι…
+ ότι έρχονται και εκλογές. (τις οποίες, ποιός τις %@&)
Φωτογραφίες.
(που θα σας λύσουν και τυχόν περιέργειες)
φ.01, φ.02, φ.03 αρχ. 09
φ.1 - φ.7 η κατάσταση το φετινό Πάσχα.
από εδώ και κάτω στο επόμενο πόστ.
φ.8 - φ.12 μετά τα 'έργα'. (λέτε να εξελιχθεί σε βίλα Παράγκα; )
Φ. 331-349
Τα components της 'Παράγκας'.
Kenwood ΚΑ 2002A με δύο (2!) phono 'επάνω' του.
Dual 1219
Thorens td 160 Mk V
Chartwell Ls3/5a
_
-
10 Attachment(s)
-
10 Attachment(s)
και οι φωτογ. της 'Νίκαιας' που ξέχασα (φ.14, φ.15, φ.16)
+
φ.34, φ.35.
επίσης
φ.36, φ.37 από το Dazzle cafe. (φ.39 η είσοδος)
και
φ.31, φ.32 η άλλη πλευρά του κόλπου.
_
-
10 Attachment(s)
φωτ. συνέχεια
φ.17, φ.18 Η 'βίλα' το πρωί και το δειλινό από το λιμάνι.
φ.20 – 29.
'καλλιτεχνικές' -λολ- (λόγω χρωμάτων :))
_